ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη αρχών και αξιών που απαντούν στην γραμματεία της Π. Διαθήκης, ορισμένες από τις οποίες έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολιτισμού, ενώ άλλες αποτελούν ζητούμενο και στις μέρες μας.

Κατ΄αρχάς θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε σύντομα στην κριτική που δέχεται η Π. Διαθήκη λόγω άγνοιας, παρερμηνείας ή ιδεολογικών προκαταλήψεων. Η προσπάθεια υποτίμησης και αμφι­σβήτησης της αξίας της ξεκινάει από παλιά. Μεταξύ των πρώτων πολέμιων συγκαταλέγονται οι Γνωστικοί και ιδιαίτερα οι οπαδοί του Μαρκίωνος με τις γνωστές θεωρίες τους περί αυστηρού Θεού της Π. Διαθήκης και σπλαχνικού Πατέρα της Καινής. Στους νεότερους χρόνους αμφισβητήθηκε από μερίδα εκπροσώπων του Διαφωτισμού, ενώ τον περασμένο αιώνα πολεμήθηκε με πάθος από τους Γερμανούς οπαδούς του ναζισμού που έφεραν το όνομα «Deutsche Christen»[1], με κίνητρα εθνικιστικά και ρατσιστικά. Η πολεμική συνεχίζεται και στις μέρες μας από άλλες ομάδες[2].

Μία συχνά επαναλαμβανόμενη κατηγορία σχετίζεται με ορισμένες διηγήσεις που υπάρχουν στην Π. Διαθήκη, οι οποίες θεωρούνται σκανδαλώδεις και υποστηρίζεται ότι δεν συντελούν στην ηθική τελείωση του ανθρώπου, επειδή σε αυτές αναφέρονται περιστατικά εξαπάτησης, ανήθικης συμπεριφοράς ή βιαιοτήτων. Πράγματι υπάρχουν τέτοιες διηγήσεις, είναι όμως παράλογο να κρίνει κανείς την κατάσταση, την επικρατούσα νομοθεσία, τις συνήθειες και τις πράξεις αρχαίων λαών – πολλά περιστατικά διαδραματίζονται κατά την προϊστορική εποχή – με δεδομένα του 21ου αιώνα και μάλιστα υπό την επίδραση της διδασκαλίας του Ιησού, που ήταν καθοριστική για τη διαμόρφωση του συστήματος αξιών του πολιτισμού μας. Η Π. Διαθήκη λειτούργησε ως προπαρασκευαστικό στάδιο για το σωτηριώδες έργο του «υιού του ανθρώπου» (Δαν. 7,13), το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της θεολογίας της.

Πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι οι συγγραφείς της Π. Διαθήκης, αντίθετα από την πρακτική των μοναρχών και επισήμων προσώπων της Ανατολής, που μεγαλοποιούν και εξωραΐζουν τα γεγονότα, δεν αποκρύπτουν τις αδυναμίες και τις ανήθικες πράξεις των προσώπων που περιγράφουν, αλλά και δεν τις προβάλλουν προς μίμηση, αντίθετα τις ψέγουν[3]. Στην Π. Διαθήκη περιγράφεται η ιστορία του ανθρώπου μετά την πτώση, με τα οδυνηρά αποτελέσματά της. Είναι επίσης ιστορία της σωτηρίας, και κάθε τι που συμβαίνει αξιολογείται από τον βιβλικό ιστορικό ως καλό ή κακό όχι με βάση κάποιο αντικειμενικό ηθικό κριτήριο, αλλά από το αν συντελεί στη φανέρωση του Θεού και προάγει το σχέδιο του για τη σωτηρία του κόσμου[4]. Οι βιβλικές διηγήσεις, επομένως, δεν πρέπει να κατανοούνται ως απλή καταγραφή των περιπετειών του εβραϊκού λαού, αλλά να ερμηνεύονται θεολογικά.

Ένα ακόμα σημείο το οποίο συντελεί στη δημιουργία παρεξηγήσεων και λανθασμένης ερμηνείας της Π. Διαθήκης, σχετίζεται με τους κύριους φορείς μέσω των οποίων φθάνουν στο ευρύ κοινό στοιχεία από το περιεχόμενο της διδασκαλίας της. Οι φορείς αυτοί είναι ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και ο Ισλαμισμός· και για τους τρεις η Π. Διαθήκη αποτελεί κοινό τόπο. Συχνά γίνονται επιλεκτικές αναφορές στην Π. Διαθήκη, με αφορμή σημαντικά θέματα της επικαιρότητας, κατά τρόπο που προκαλεί σύγχυση ως προς τις ιδέες της λόγω των στρεβλών, φονταμενταλιστικών προσεγγίσεων που υιοθετούνται από τους παρα­πάνω φορείς. Άλλοτε τα κείμενα αυτά συνδέονται με την πολιτική του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ, άλλοτε με τις περί ιερού πολέμου ισλαμικές διακηρύξεις ή για να θυμηθούμε παλαιότερες εποχές με τον αφανισμό των γηγενών πληθυσμών της Αμερικής, ο οποίος «νομιμοποιήθηκε» από μισαλλόδοξα κηρύγματα περί νέου λαού του Θεού που αγωνιζόταν για την κατάκτηση της νέας γης της Επαγγελίας[5].

Το αληθινό νόημα της Π. Διαθήκης αναδεικνύεται εντός της Ορθόδοξης παράδοσης δια της Καινής, με την οποία έχει άμεση και στενή σχέση. Αποτελούν μέρη οργανικού συνόλου και κατανοούνται από την Πατερική μας παράδοση ως αδιάσπαστη θεολογική ενότητα. Ο συνδετικός κρίκος που τις συνέχει είναι ο Ιησούς Χριστός, στο πρόσωπο του οποίου εκπληρώθηκαν οι υποσχέσεις λύτρωσης και αποκατάστασης του ανθρώπινου γένους.

Ύστερα από τις παραπάνω σύντομες διευκρινίσεις, προχωρούμε στην ανάδειξη των αρχών και αξιών της Π. Διαθήκης, οι οποίες παρουσιάζουν οικουμενικά και καθολικά χαρακτηριστικά. Στο πρώτο μέρος της μελέτης η προσοχή εστιάζεται στις διανθρώπινες σχέσεις, ενώ στο δεύτερο στη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον. Και τα δύο – πιο επίκαιρα σήμερα από ποτέ- θα έπρεπε να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης από όλους, και ιδιαίτερα από ανθρώπους που κατέχουν ηγετικές θέσεις και αξιώματα. Και τούτο διότι στη μωσαϊκή νομοθεσία περιέχονται διατάξεις κοινωνικής δικαιοσύνης και μέριμνας που διαπνέονται από το σεβασμό προς τον άνθρωπο και την κτίση[6]. Διατάξεις που θέτουν φραγμό στην πλεονεξία, αδικία και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Α. ΔΙΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Κοινωνική δικαιοσύνη και πρόνοια

Αν ρωτήσει κανείς έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν είναι αδιάφορος ως προς τα θέματα της πίστης, σε ποιον ανήκει και πού βρίσκεται η ρήση «αγαπήσεις τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν» θα απαντήσει χωρίς δισταγμό ότι είναι εντολή του Χριστού και βρίσκεται στην Κ. Διαθήκη. Πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι υπήρχε στην Πεντάτευχο[7] πολλούς αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού. Η εντολή αυτή, που συνδέεται άρρηκτα με τη δικαιοσύνη, προϋποθέτει αναγνώριση της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων του άλλου καθώς και την ιδέα της αδελφοσύνης, τουλάχιστον μεταξύ των Ισραηλιτών, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, στις ευεργετικές διατάξεις του Νόμου συμπεριλαμβάνονταν οι ξένοι, οι προσήλυτοι, οι πάροικοι και οι δούλοι. Η ιδέα της αδελφοσύνης πηγάζει από τη βεβαιότητα ότι πατέρας και δίκαιος κριτής όλων είναι ο Θεός, με τον οποίο έχουν συνάψει Διαθήκη[8]. Απόρροια των παραπάνω είναι η ιδέα της ισότητας των Ισραηλιτών απέναντι στο Νόμο – αντίθετα προς τις ισχύουσες στην Εγγύς Ανατολή αντιλήψεις[9]-, η οποία ισότητα αποτελούσε προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και ευημερίας, σύμφωνα με την εντολή που υπάρχει στο Δευτερονόμιο «ουκ έσται εν σοί ενδεής»[10]. Στη συνέχεια θα δούμε πώς κατανοήθηκαν οι έννοιες ισότητα και δικαιοσύνη στις διαφορετικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης.

1. Ιδιοκτησία

Η κατοχή και καλλιέργεια της γης είχε τεράστια σημασία για έναν γεωργικό λαό, όπως ήταν οι Ισραηλίτες. Η απόλαυση των αγαθών της θεωρούνταν δώρο Θεού, ενώ αντίθετα η απώλεια γης, ιδιαίτερα λόγω εχθρικής επιδρομής, εκλαμβανόταν ως θεϊκή τιμωρία. Η κινητή και ακίνητη περιουσία τους προστατευόταν ήδη στο Δεκάλογο. Η έβδομη εντολή απαγόρευε την κλοπή, ενώ η δέκατη απαγόρευε ακόμα και την επιθυμία απόκτησης των αγαθών του πλησίον[11]. Στη μωσαϊκή νομοθεσία περιέχονται λεπτομερείς διατάξεις που αναφέρονται: α) στο αναπαλ­λοτρίωτο της πατρικής κληρονομιάς της γης[12] β) στην απαγόρευση παραβίασης της ξένης ιδιοκτησίας[13] γ) στο Σαββατικό[14] και το Ιωβηλαίο έτος. Οι θεσμοί αυτοί αποτελούσαν προσπάθειες εφαρμογής της θεϊκής δικαιοσύνης στην κοινωνία και προστασίας των μελών της ώστε κανείς να μην περιθωριοποιείται[15]. Το πρώτο άρχιζε τον έβδομο μήνα κάθε εβδόμου έτους. Κατά το έτος αυτό έπρεπε να χαρίζονται τα μεταξύ των Ιουδαίων χρέη, γι΄αυτό και ονομαζόταν «έτος της αφέσεως». Το Ιωβηλαίο (από το יוֹבֵל yobel= σάλπιγγα, μουσικό κέρας)[16], το οποίο ονομαζόταν επίσης «ενιαυτός αφέσεως», ελάμβανε χώρα κάθε πενήντα χρόνια αμέσως μετά το έβδομο Σαββατικό. Άρχιζε με δυνατά σαλπίσματα κατά τον έβδομο μήνα (10η μηνός Τισρί) κατά την ημέρα της εορτής του Εξιλασμού[17]. Ο θεσμός αυτός ήταν άκρως φιλάνθρωπος· χαρίζονταν τα χρέη και η γη που είχε πωληθεί στο διάστημα μεταξύ δύο Ιωβηλαίων, επιστρεφόταν υποχρεωτικά στον πρώτο ιδιοκτήτη. Αυτό σήμαινε ότι η πώληση της γης ή της οικίας[18] ήταν κατ΄ουσίαν εκμίσθωση. Η αγοραπωλησία βασιζόταν στα έτη που υπολείπονταν μέχρι το Ιωβηλαίο και στην ετήσια απόδοση του αγρού. Περιοριζόταν έτσι η απληστία των πλουσίων και εμποδιζόταν η επικίνδυνη συσσώρευση γης και πλούτου στα χέρια λίγων. Μέσω της προστασίας της ιδιοκτησίας προστατευόταν η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και διατηρούνταν η κοινωνική συνοχή.

Μεταξύ των διατάξεων της μωσαϊκής νομοθεσίας που περιόριζαν τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας των φτωχών Ιουδαίων πρέπει να αναφερθούν και οι σχετικές με τα χρέη, τους τόκους και τα ενέχυρα. Σε περιόδους κρίσεων (θεομηνιών, πολέμων κ.λπ.) δεν ήταν απίθανο να βρεθεί κάποιος στην ανάγκη να πάρει δάνειο, το οποίο δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει. Ο οφειλέτης ήταν δυνατό να πωληθεί ως δούλος μαζί με την οικογένειά του εξαιτίας του χρέους· επιβαλλόταν όμως η απελευθέρωσή του κατά το «έτος της αφέσεως»[19]. Δεν επιτρεπόταν ο έντοκος δανεισμός σε ομοεθνείς[20] αλλά και σε φτωχούς προσήλυτους και πάροικους[21]. Σε περίπτωση δανεισμού με ενέχυρο, επιβαλλόταν η πριν από τη δύση του ηλίου απόδοση του πράγματος στον κάτοχό του[22]. Απαγορευόταν η είσοδος του δανειστή στο σπίτι του οφειλέτη για λήψη του ενέχυρου[23].

2. Εργασία (*)

Η εργασία είναι, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Π. Διαθήκης, θείος θεσμός. Αυτό γίνεται φανερό από τα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης[1]. Συνδέεται – πέρα από την οικονομική ανάγκη που την επιβάλλει – με εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να θέτει σε ενέργεια τα στοιχεία που δυνάμει φέρει μέσα του και να τα αξιοποιεί, να μετατρέπει δηλ. τις δυνατότητές του σε ικανότητες προς όφελος δικό του και του συνόλου. Το ρήμα εργάζομαι αποδίδει το αντίστοιχο εβραϊκό עָבַד (abad), το οποίο έχει και τη σημασία υπηρετώ, λατρεύω, λειτουργώ[2].

3. Μέτρα κοινωνικής πρόνοιας και συνοχής

Οι διατάξεις του Νόμου και οι προτροπές των προφητών για την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων, των χηρών, των ορφανών, των δούλων, των γυναικών και των ξένων είναι πράγματι πολυπληθείς[6]. Πηγάζουν από τη βεβαιότητα του Ισραηλίτη ότι ο Θεός του είναι κριτής δίκαιος, ελεήμων και υπερασπιστής των φτωχών «ποιών κρίσιν προσηλύτῳ και ορφανώ και χήρα»[7]. Ο Εβραίος όφειλε να θυμάται ότι και αυτός έζησε ως ξένος και δούλος στην Αίγυπτο[8]. Όποιος καταδυνάστευε τους ανθρώπους αυτούς θεωρούνταν επικατάρατος[9]. Ιδιαίτερα οι δικαστές προτρέπονταν να είναι πολύ προσεκτικοί κατά την απόδοση δικαιοσύνης[10] στους ξένους, στα ορφανά και τις χήρες. Οριζόταν να πραγματοποιείται κάθε φορά μόνο μία συγκομιδή των γεωργικών προϊόντων από τον κάτοχο του αγρού, ώστε ένα μέρος να συλλέγεται από τους ενδεείς και τους ξένους[11]. Οι φτωχοί συμμετείχαν στα θυσιαστικά γεύματα και τους δίνονταν οι προσφορές της δεκάτης των εορτών της Πεντηκοστής και της Σκηνοπηγίας καθώς και η δεκάτη κάθε τρίτου έτους[12].

Οι παραπάνω φιλάνθρωπες διατάξεις δυστυχώς αγνοήθηκαν πολλές φορές από την ισραηλιτική κοινωνία, με συνέπεια να παρατηρούνται φαινόμενα κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης. Τα φαινόμενα αυτά στηλίτευσαν οι προφήτες, οι οποίοι εργάσθηκαν σκληρά για την εφαρμογή του μωσαϊκού νόμου. Λειτούργησαν ως υπερασπιστές των φτωχών και αδυνάτων, συγκρούσθηκαν με τα κάθε λογής συμφέροντα και τους ισχυρούς της εποχής τους[13], πολέμησαν την ηθική παρεκτροπή, την πολυτέλεια, την ακολασία, την αδικία και το κοινωνικό κακό. Υποστήριζαν ότι η ηθική σήψη θα προκαλούσε την υποδούλωση της χώρας τους και την ερήμωσή της[14]· σε αυτήν αντέτασσαν την ανάγκη εσωτερικής αλλαγής του ατόμου και της κοινωνίας

Β. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΚΤΙΣΗ

1. Η εντολή προστασίας του περιβάλλοντος στο βιβλίο της Γένεσης.

Το ενδιαφέρον του Θεού για αρμονική σχέση ανθρώπου-περιβάλλοντος φαίνεται καθαρά στην Π. Διαθήκη. Στο βιβλίο της Γένεσης περιγράφεται, με τη βοήθεια των γλωσσικών και εκφραστικών δεδομένων της εποχής που γράφτηκε, η δημιουργία και τοποθέτηση των πρωτοπλάστων στον κήπο της Εδέμ με την εντολή να τον καλλιεργούν και να τον προστατεύουν («εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν»), να μεριμνούν δηλ. υπεύθυνα και αποτελεσματικά για την τήρηση της φυσικής του τάξης και αρμονίας[15]. Το ρήμα φυλάσσω και το αντίστοιχό του εβρ. שָׁמַר (shamar) έχουν τη σημασία του επιτηρώ, αγρυπνώ, προσέχω, υπερασπίζω. Στη Γένεση περιγράφεται επίσης η ευλογία που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο περί αύξησης και εξάπλωσής του πάνω στη γη και κυριαρχίας του στη φύση, με τα λόγια: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης»[16]. Η ίδια ευλογία επαναλήφθηκε στον Νώε και στους απογόνους του μετά τον κατακλυσμό[17]. Το προνόμιο της κυριαρχίας δόθηκε σ΄αυτόν από τον Θεό – κατά παραχώρηση στο πλαίσιο του «κατ᾿ εικόνα» – με την προϋπόθεση ότι θα ασκείται με υπευθυνότητα, σύνεση και μέτρο.

Δυστυχώς η όλη πορεία της ανθρωπότητας έχει αποδείξει ότι ο άνθρωπος δεν σεβάστηκε την κτίση. Φέρθηκε και συνεχίζει να φέρεται κατά τρόπο βίαιο και άπληστο. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί κανείς επί μακρόν στις συνέπειες της αλόγιστης εκμετάλλευσης των πλουτο­παραγωγικών πηγών, της καταστροφής του θαλάσσιου πλούτου από τα βιομηχανικά απόβλητα και την υπεραλίευση, της ρύπανσης της ατμόσφαιρας και της συνεχούς μεταβολής του κλίματος· είναι πλέον ορατές σε κάθε σημείο του πλανήτη. Η αιτία της κρίσης βρίσκεται στη διατάραξη της σχέσης με τον Θεό, η οποία επέφερε την αλλοίωση της ταυτότητας του ανθρώπου. Δεν πρόκειται απλώς για κρίση ηθική, αλλά οντολογική[18].

Η κατάχρηση του θείου προνομίου της κυριαρχίας στη φύση δεν έλαβε χώρα κατά τους προ Χριστού χρόνους από τον άνθρωπο που ζούσε υπό το καθεστώς του νόμου και της αμαρτίας της Π. Διαθήκης, αλλά από τον άνθρωπο που ζει υπό το καθεστώς της θείας χάριτος και της σωτηρίας της Κ. Διαθήκης[19]. Διατυπώθηκε μάλιστα στα νεότερα χρόνια από τον Αμερικανό ιστορικό L. White[20] η θέση ότι μερίδιο ευθύνης στην κατα­στροφή του περιβάλλοντος έχει τόσο η Π. Διαθήκη, λόγω του χωρίου «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» όσο και ο χριστιανισμός στη συνέχεια, όπως εκφράσθηκε κυρίως στον προτεσταντικό κόσμο, επειδή εκεί η εντολή αυτή ερμηνεύθηκε ως δικαίωμα του ανθρώπου να συμπεριφέρεται προς τη φύση κατά τρόπο αυθαίρετο και εξουσιαστικό. Η παραπάνω θέση είναι αβάσιμη ως προς το πρώτο σκέλος, για τους λόγους που προαναφέραμε, είναι όμως αρκούντως ορθή ως προς το δεύτερο, ότι δηλ. ο δυτικός κόσμος παρερμήνευσε τη βιβλική εντολή περί κυριαρχίας του ανθρώπου. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την καλβινιστική ηθική του καπιταλισμού[21], οδήγησε στην ατομοκρατική θεώρηση του κόσμου και σε ευδαιμονιστικό-ωφελιμιστικό τρόπο ζωής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε μία ουσιώδη διαφορά στον τρόπο θεώρησης του προβλήματος μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Δυτικής χριστιανοσύνης, που αναγνωρίζεται και από δυτικούς θεολόγους. Η Ορθοδοξία προσεγγίζει το θέμα ολιστικά, θεωρεί τον άνθρωπο οργανικό μέρος της κτίσης. Λόγω της πτώσης διαταράχθηκε η αρμονική σχέση ανθρώπου – δημιουργίας[22] με αποκλειστική ευθύνη του ανθρώπου ο οποίος την προκάλεσε. Αν δεν υπάρξει πνευματική αναστροφή και επιστροφή με ριζική αλλαγή νοοτροπίας ως προς τη χρήση των υλικών αγαθών, δεν πρόκειται να αναστραφεί η οικολογική καταστροφή. Εφόσον η αιτία της κρίσης είναι η έκπτωση του ανθρώπου, το αντίδοτο είναι η μετάνοια, η οποία οδηγεί τον «κατ᾿ εικόνα» Θεού άνθρωπο στο αρχέτυπό του και τον αναδεικνύει σε αληθινό πρόσωπο[23]. Η λύση θα πρέπει να ανευρεθεί στο λειτουργικό, ευχαριστιακό και ασκητικό ήθος της Ορθόδοξης παράδοσης[24].

2. Σάββατο, Σαββατικό – Ιωβηλαίο έτος και περιβάλλον

Στο πρώτο μέρος της μελέτης αναφερθήκαμε στην αργία του Σαββάτου, στο Σαββατικό και το Ιωβηλαίο έτος, κατά την εξέταση των μέτρων κοινωνικής δικαιοσύνης και πρόνοιας. Στους σπουδαιότατους αυτούς θεσμούς απαντούν και διατάξεις που αναφέρονται στην προστασία της φύσης και φανερώνουν ότι η αγάπη και το ενδιαφέρον του Θεού δεν εξαντλείται στις διανθρώπινες σχέσεις, αλλά επεκτείνεται και στο περιβάλλον.

Η πλήρης αποχή από κάθε εργασία κατά την αργία του Σαββάτου, σήμαινε ανάπαυση ανθρώπων, ζώων αλλά και της γης[25]. Συνδεόταν με την κατάπαυση του δημιουργικού έργου του Θεού, καθώς και με τη λύτρωση του Ισραήλ από την Αίγυπτο[26]. Ο Θεός αναγνωριζόταν ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης της γης, ο οποίος την παραχώρησε στους ανθρώπους[27].

Κατά το Σαββατικό ή έβδομο έτος – το οποίο βρίσκεται σε συνάφεια τόσο με την αργία του Σαββάτου όσο και με το Ιωβηλαίο έτος, αφού και τα τρία μοιράζονται το ίδιο ενδιαφέρον για τις οικογένειες του λαού – η γη έπρεπε επίσης να μείνει ακαλλιέργητη[28]. Ο Ισραηλίτης μπο­ρούσε να την οργώνει και να συλλέγει τους καρπούς για έξι συνεχόμενα έτη. Το έβδομο απαγορευόταν η σπορά, το κλάδεμα, ο θερισμός και ο τρύγος. Τα αυτοφυή γεννήματα δεν έπρεπε να αποθηκευθούν ή να πωληθούν. Προορίζονταν για όλους, ιδιαίτερα όμως για τους ενδεείς και τους ξένους, για τα οικόσιτα και τα άγρια ζώα[29].

Κατά το Ιωβηλαίο έτος ίσχυαν, ως προς την αγρανάπαυση, αυτά που ίσχυαν κατά το Σαββατικό. Η γη όμως έπρεπε να μείνει ακαλλιέργητη για δύο έτη (το έβδομο Σαββατικό και το Ιωβηλαίο που ακολουθούσε)[30], δεδομένης της σημασίας της προσωρινής διακοπής της καλλιέργειας για την διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους.

Ένα ερώτημα που τέθηκε από σύγχρονους ερμηνευτές είναι πώς είναι δυνατόν να επιβίωνε ένα ολόκληρο έθνος που βασιζόταν στην αγροτική οικονομία, ύστερα από αγρανάπαυση δύο συναπτών ετών[31]. Σύμφωνα όμως με τη θεϊκή υπόσχεση, η σοδειά του έτους που προηγούνταν της αγρανάπαυσης θα ήταν τόσο πλούσια, ώστε θα επαρκούσε για τρία έτη[32].

Οι διατάξεις για το Σαββατικό και το Ιωβηλαίο έτος αποτελούσαν μέρος της Διαθήκης[33] ανάμεσα στον Θεό και τον λαό Ισραήλ, η οποία όριζε δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, πιστότητα και αγάπη από την πλευρά του Θεού, ευγνωμοσύνη, αγάπη, υποταγή και τήρηση του Νόμου από την πλευρά του Ισραήλ. Ενδεχόμενη παρακοή από πλευράς Ισραηλιτών θα είχε ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες, όπως αιχμαλωσία και ερήμωση της γης τους[34]. Όπως καταδείχθηκε από την ιστορική πορεία του λαού Ισραήλ, οι όροι της Διαθήκης – παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των προφητών – δεν τηρήθηκαν και η αιχμαλωσία δεν αποφεύχθηκε[35]. Κατά τους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους η ιουδαϊκή κοινότητα προσκολλήθηκε ιδιαίτερα στον ναό και τον Νόμο. Από τις βιβλικές και εξωβιβλικές μαρτυρίες των κειμένων της περιόδου αυτής προκύπτει ότι οι παραπάνω θεσμοί τηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, μέχρι την εποχή του Χριστού[36].

Σημειώσεις

[1] Νικ. Π. Μπρατσιώτου, Εισαγωγή εις την Θεολογίαν της Παλαιάς Διαθήκης, Αθήναι 1988, σελ. 51-52.

[2] Στην πατρίδα μας κατηγορείται κυρίως από τους οπαδούς της λεγόμενης «Ελληνικής Θρησκείας» με πληθώρα δημοσιευμάτων. Για περισσότερα ως προς την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού βλ. Πρακτικά του επιστημονικού συνεδρίου «Φαινόμενα Νεοειδωλολατρείας. Δωδεκαθεϊσμός – Υποτίμηση Παλαιάς Διαθήκης – Ολυμπιακοί Αγώνες», ΑΠΘ 25-27 Μαΐου 2003, Θεσσαλονίκη 2003.

[3] Βλ. Γεν. 19,11εξ. 34,30. Β΄ Βασ. 12,14εξ. κ.ά.

[4] Πρβλ. Μ. Κωνσταντίνου, Παλαιά Διαθήκη, Αποκρυπτογραφώντας την πανανθρώπινη κληρονομιά, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 68.

[5] Μ. Κωνσταντίνου, αυτόθι, σελ. 84. Α. Παπαρνάκη, «Η συμβολή της Παλαιάς Διαθήκης στη διαμόρφωση των αξιών του πολιτισμού μας», ανάτ. από τον τόμο ‘‘Η Ορθοδοξία ως πρόταση πολιτισμού’’, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας, Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Φλώρινα 2006, σελ. 62.

[6] Όπως είναι ευνόητο, κατά τους χρόνους συγγραφής της Π. Διαθήκης δεν υπήρχε οικολογικό πρόβλημα. Επειδή όμως πρόκειται για μια ακόμα μορφή κακού που σχετίζεται με τη διάσπαση της σχέσης Θεού και ανθρώπου, μία βιβλική θεώρηση του προβλήματος μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση λύσης μέσα από την αποκατάσταση των σχέσεων Θεού-ανθρώπου και συνακόλουθα ανθρώπου-περιβάλλοντος.

[7] Λευιτ. 19,18. Βέβαια, ο παλαιοδιαθηκικός όρος «πλησίον» ( רֵעַ rea) δεν έχει την ευρύτητα του αντίστοιχου της Καινής Διαθήκης, φανερώνει όμως το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο. Βλ. Σ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 369.

[8] Μαλ. 2,10 «Οὐχὶ πατὴρ εἷς πάντων ὑμῶν; οὐχὶ Θεὸς εἷς ἔκτισεν ὑμᾶς; τί ὅτι ἐγκατέλιπε ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ βεβηλῶσαι τὴν διαθήκην τῶν πατέρων ὑμῶν;».

[9] Οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές τάξεις αποτυπώνονται με λεπτομερή τρόπο στον Κώδικα του Χαμουραμπί (1790-1750 π.Χ.).

[10] Δευτ. 15,4.

[11] Πρβλ. Π. Μπρατσιώτου, Η κοινωνική σημασία της Παλαιάς Διαθήκης, Αθήνα 1952, σελ. 21.

[12] Εξαίρεση δεν γινόταν ούτε για τον μονάρχη, όπως φαίνεται από το θλιβερό επεισόδιο που εξιστορείται στο Γ΄ Βασ. 20,1εξ. Ο βασιλιάς του Ισραήλ Αχαάβ θέλησε να αγοράσει το αμπέλι του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτη, επειδή συνόρευε με τα κτήματά του. Όταν ο Ναβουθαί αρνήθηκε να πουλήσει ή να ανταλλάξει την πατρική κληρονομιά («μη γένοιτό μοι παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί») κατηγορήθηκε άδικα –με υποκίνηση της συζύγου του Αχαάβ, Ιεζάβελ- για βλασφημία απέναντι στο Θεό και στο βασιλιά και θανατώθηκε με λιθοβολισμό. Η αποτρόπαιη πράξη επέφερε τη θεία τιμωρία του οίκου του Αχαάβ. Εντελώς διαφορετική ήταν η περίπτωση της οικειοθελούς παραχώρησης ενός αγρού από τον Ορνά στον βασιλιά Δαβίδ για την οικοδόμηση θυσιαστηρίου και αργότερα του ναού του Σολομώντος (Β΄ Βασ. 24,18εξ.). Στην Πεντάτευχο υπάρχουν λεπτομερείς διατάξεις κληρονομικού δικαίου (δικαιώματα πρωτοτόκων, ατέκνων συζύγων, θυγατέρων, τέκνων από παλλακίδες κ.ά.). Η πατρική περιουσία δεν χανόταν ακόμα και όταν κάποιος την εγκατέλειπε για μεγάλο διάστημα εξαιτίας ανωτέρας βίας (π.χ. λιμού). Τα κληρονομικά δικαιώματα διατηρούνταν και μετά την πώληση. Ο πωλήσας διεκδικούσε την περιουσία του, καταβάλλοντας το τίμημα.

[13] Ο «μετατιθεὶς όρια του πλησίον» θεωρείται επικατάρατος (Δευτ. 19,14. 27,17).

[14] Δευτ. 15,1-11.

[15] Πρβλ. Μ. Γκουτζιούδη, Ιωβηλαίο έτος, Μελχισεδέκ και η προς Εβραίους Επιστολή, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 182-83.

[16] Μ. Κωνσταντίνου – Δ. Δόικου, Στοιχεία Βιβλικής Εβραϊκής Γλώσσας – Γλωσσική Ανάλυση της Πεντατεύχου, Θεσσαλονίκη 22008, σελ. 140.

[17] Η σύμπτωση εορτής Εξιλασμού-έναρξης Ιωβηλαίου έτους είχε συμβολικό χαρακτήρα. Όπως κατά την ημέρα του Εξιλασμού δινόταν άφεση αμαρτιών και καθαριζόταν η χώρα από κάθε μολυσμό, έτσι και κατά το Ιωβηλαίο γινόταν άφεση χρεών και απελευθέρωση δούλων.

[18] Για την οικία υπήρχαν ειδικοί κανόνες. Αν βρισκόταν σε οχυρωμένη πόλη, ήταν δυνατόν να επανέλθει στον αρχικό ιδιοκτήτη αν πλήρωνε το τίμημα σε διάστημα ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορούσε να την ανακτήσει ούτε κατά το Ιωβηλαίο έτος. Η διάταξη αυτή δεν ίσχυε για τις οικίες που βρίσκονταν εκτός οχυρωμένων πόλεων (Λευιτ. 25, 29-31).

[19] Σύμφωνα με μία ερμηνεία, η διαγραφή των χρεών κατά το Σαββατικό έτος δεν ήταν υποχρεωτική, καθόσον δεν προβλέπονταν κυρώσεις για τους παραβάτες της εντολής. Θεωρείται απλή, θερμή σύσταση του Θεού προς τους Ισραηλίτες. Το κύριο έτος της «αφέσεως», δηλ. της διαγραφής των χρεών και της απελευθερώσης των δούλων είναι το πεντηκοστό. Πρβλ. Αρχιμ. Ι. Γιαννακόπουλου, Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄, τ. 1, Θεσσαλονίκη 41986, σελ. 174. Στους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους αναφέρεται διαμαρτυρία φτωχών Ιουδαίων που δανείστηκαν από συμπατριώτες τους με τόκο και έβαλαν ενέχυρο όχι μόνο τα κτήματα αλλά και τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να χάσουν τις περιουσίες τους και να καταδυναστεύονται από τους αδελφούς τους. Ύστερα από σύγκληση του λαού, με πρωτοβουλία του κυβερνήτη Νεεμία, αποφασίστηκε η επιστροφή των κτημάτων και η άφεση μέρους του χρέους. Τα ευεργετικά αυτά μέτρα, που θυμίζουν τη σεισάχθεια του Σόλωνα, δεν εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια του Σαββατικού ή του Ιωβηλαίου έτους. Όφείλονται στην μέριμνα του Νεεμία και στο φιλάνθρωπο πνεύμα του (Νεεμ. 5,5εξ.).

[20] Έξοδ. 22,24. Ψαλ. 14,5 (Ο΄).

[21] Λευιτ. 25, 35-36.

[22] Συνήθως ως ενέχυρο δινόταν το ιμάτιο, που ήταν απαραίτητο τη νύχτα, επειδή ο κάτοχός του το χρησιμοποιούσε ως κάλυμμα (Έξ. 22,26).

[23] Δευτ. 24,10.

---------

[1] Γεν. 2,15 «Και έλαβε Κυριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασε, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν».

[2] Μ. Κωνσταντίνου – Δ. Δόικου, ό.π., σελ. 249.

[3] Παρ. 6,6εξ. 10,4-5. 12,27. 24,30-34. 26,13-16. 31,10-31. Εκκλ. 11,6. Ψαλ. 103,23 κ.ά. Μεγάλη αδικία θεωρούνταν η παρακράτηση του μισθού των φτωχών εργατών: «Ουκ απαδικήσεις μισθόν πένητος και ενδεούς εκ των αδελφών σου η εκ των προσηλύτων των εν ταις πόλεσί σου· αυθημερόν αποδώσεις τον μισθόν αυτού, ουκ επιδύσεται ο ήλιος επ αὐτῷ, ότι πένης εστί και εν αυτώ έχει την ελπίδα· και καταβοήσεται κατά σου προς Κυριον, και έσται εν σοι αμαρτία» (Δευτ. 24,14-15).

[4] Φαινόμενο συχνότατο σε ορισμένες σύγχρονες κοινωνίες, όπου εφαρμόζονται απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και εξαντλητικά ωράρια.

[5] Αν λάβει κανείς υπόψη ότι στο Γεν. 2,2 το Σάββατο συνδέεται με την κατάπαυση του δημιουργικού έργου του Θεού, μπορεί να υποστηρίξει ότι είχε αποκτήσει ιερότητα πολύ πριν από τον Μωυσή, η οποία τονίστηκε από αυτόν. Πρβλ. Β. Βέλλα, Εβραϊκή Αρχαιολογία, Αθήνα 31996, σελ. 196.

[6] Έξ. 22,21εξ. 23,9. Δευτ. 24,17. Ψαλμ. 67,6. 139,13. Ιώβ 29,12. 31,21. Ησ. 1,17. Ιερ. 5,28 κ.ά.

[7] Δευτ. 10,18. Ψαλμ. 9,35. 145,6-9.

[8] Δευτ. 15,15. 24,22. Είναι εντυπωσιακός, για τα δεδομένα της εποχής, ο λόγος του Ιώβ «πότερον ουχ ως και εγώ εγενόμην εν γαστρί, και εκείνοι (οι δούλοι) γεγόνασι; γεγόναμεν δε εν τη αυτή κοιλία» (Ιώβ 31,15).

[9] Δευτ. 27,19.

[10] Ο όρος «δικαιοσύνη» (צְדָקָה tsedaka), εκτός από τη συνηθισμένη χρήση του ως άσκηση ορθής κρίσης και απονομή του δικαίου, σημαίνει και έλεος, ευσπλαχνία, η οποία εκδηλώνεται είτε ως ευεργετική ή σωτηριώδης πράξη, είτε ως μόνιμη κατάσταση της ψυχής του ανθρώπου· ως εσωτερική ανανέωση και πνευματική μεταμόρφωσή του. Σημαίνει ακόμα ελεημοσύνη[10] και αυτό δείχνει ότι στη συνείδηση του ελεούντος ο ελεούμενος είχε, κατά μία έννοια, δικαίωμα στο έλεος. Συχνά συνδυάζονται στην Π. Διαθήκη δικαιοσύνη και έλεος και θεωρούνται ανώτερα από την τυπική συμμετοχή στη λατρεία. Είναι αμέτρητα τα χωρία στην Π. Διαθήκη που αναφέρονται τόσο στη δικαιοσύνη του Θεού, ο οποίος εμφανίζεται ως πηγή του δικαίου, όσο και στην ανθρώπινη δικαιοσύνη. Πρβλ. Σ. Καλαντζάκη, ό.π., σελ. 704, 847, 1024.

[11] Λευιτ. 19,10-15. 23,22. Δευτ. 24,19. Κατά το Ταλμούδ, το 1/60 του χωραφιού έπρεπε να μένει αθέριστο για τους ξένους, τις χήρες και τα ορφανά.

[12] Δευτ. 14,28. 16,11-14. 26,10εξ.

[13] Δεν δίστασαν να συγκρουσθούν ακόμα και με τους βασιλείς: Β΄ Βασ. 12,1εξ. Γ΄ Βασ. 20,17εξ. κ. ά.

[14] Ησ. 1,7εξ. Αμώς 5,7-27.

[15] Γεν. 2,15.

[16] Γεν. 1,28.

[17] Γεν. 9,1εξ.

[18] Ι. Ζηζιούλα (Μητροπ. Περγάμου), Ο άνθρωπος και το περιβάλλον: Ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση, Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, «Επιστήμες, τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία, 4-8 Οκτωβρίου 2000», Έκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2002. Πρβλ. Μ. Κωνσταντίνου, «Άνθρωπος και περιβάλλον (Σχόλιο στον Ψαλμ. 8, 5-9)», Γρ. Παλ. 69 (1986), σελ. 34.

[19] Σ. Καλαντζάκη «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός», ό.π. σ. 297.

[20] L. White, «The Historical Roots of Our Ecological Crisis», Science 155 (1967),σελ. 1203-07.

[21] Max Weber, Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού, Αθήνα 2006. Ο Weber, ό.π. σ. 9, δεν θεωρεί τον ιδεολογικό παράγοντα σαν γενεσιουργό αίτιο των καπιταλιστικών διαδικασιών, αλλά σαν επιταχυντικό συντελεστή θεμελιακής σημασίας.

[22] Σύμφωνα με τον Απ. Παύλο «πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν», επειδή «υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά δια τον υποτάξαντα» (Ρωμ. 8,20-22).

[23] Ι. Μούρτζιου, Ερμηνευτικές μελέτες στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 344. Πρωτοπρ. Θ. Ζήση, Ορθοδοξία και Οικολογία, Σειρά «Καιρός», Θεσσαλονίκη 1994, σ. 11.

[24] Για περισ. βλ. Σ. Μπαλατσούκα, Οι Άγιοι και το φυσικό περιβάλλον, διδ. Διατρ., Θεσσαλονίκη 2009, ιδιαίτερα το κεφ. Β’, σελ. 89-194.

[25] Σύμφωνα με τον Ιουδαίο ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο (1ος αι. μ.Χ.) οι Ιουδαίοι «αργείν ειθισμένοι δι’ εβδόμης ημέρας και μήτε τα όπλα βαστάζειν εν τοις ειρημένοις χρόνοις μήτε γεωργίας άπτεσθαι μήτε άλλης επιμελείσθαι λειτουργίας μηδεμιάς, αλλ’ εν τοις ιεροίς εκτετακότες τας χείρας εύχεσθαι μέχρι της εσπέρας» (Ιώσηπου, Κατ’ Απίωνος Ι, 209-210).

[26] Δευτ. 5, 14-15.

[27] Τη βασική αυτή διδασκαλία της Πεντατεύχου, ότι δηλ. Ο Θεός είναι ο ιδιοκτήτης της γης και την παραχωρεί προς χρήση στους ανθρώπους – που είναι «ξένοι και παρεπίδημοι» σ΄αυτήν – τη βρίσκουμε επίσης στους Ψαλμούς και στους Προφήτες.

[28] Πρβλ. Μ. Γκουτζιούδη, ό.π., σ. 61. R. H. Lowery, Sabbath and Jubilee, Missouri 2000, σελ. 79εξ.

[29] Λευιτ. 25,3-7. Τα ίδια θέματα απαντούν και στον λεγόμενο Κώδικα της Διαθήκης (Εξ. 20,22-23,33), που είναι ίσως το αρχαιότερο νομικό κείμενο της Π. Διαθήκης. Η μέριμνα του Θεού για τα ζώα γίνεται πρόδηλη με πολλούς τρόπους στα βιβλία της Π. Διαθήκης. Πριν από τον κατακλυσμό ανατίθεται στον Νώε το έργο της διάσωσης όλων των ζωικών ειδών, με σκοπό τον μετά την καταστροφή πολλαπλασιασμό τους (Γεν. 6,18-19). Μετά τον κατακλυσμό συνάπτεται Διαθήκη Θεού-Νώε περί μη καταστροφής της ζωής με «σημείον» το ουράνιο τόξο (Γεν. 9,8-17). Στο βιβλίο της Εξόδου προτρέπονται οι Ισραηλίτες να μην θυσιάζουν και ψήνουν αρνί «εν γάλακτι μητρός αυτού» (Έξ. 23,19), ενώ στο Δευτερονόμιο να μην φέρονται με σκληρότητα στα ζώα που αλωνίζουν. Κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος ο κύριος του ζώου μπορούσε να του βάλει φίμωτρο στο στόμα για να μην τρώει. Ο Νόμος το απαγόρευε με την εντολή «ου φιμώσεις βουν αλοώντα» (Δευτ. 25,4).

[30] Λευιτ. 25, 20-22. Έχει υποστηριχτεί από ορισμένους ερμηνευτές ότι το Ιωβηλαίο ήταν το 49ο έτος και όχι το 50ο, επομένως η αγρανάπαυση διαρκούσε ένα έτος (J. E. Hartley, Leviticus, WBC 4, Dallas 1992, σελ. 436. L. W. Casperson, «Sabbatical, Jubilee, and the Temple of Solomon», VT 53 (2003), σελ. 283, κ.ά.). Σύμφωνα με τους J. Lewy-M. Lewy, «The Origin of the Week and the Oldest West Asiatic Calendar», HUCA 17 (1942-1943) σελ. 1-152, το Ιωβηλαίο δεν ήταν κανονικό έτος αλλά εμβόλιμο, που χρησιμοποιούνταν για να εναρμονιστεί το σεληνιακό ημερολογιακό σύστημα με το ηλιακό. Για λεπτομερή παρουσίαση των διαφορετικών θέσεων βλ. Μ. Γκουτζιούδη, ό. π., σ. 84εξ.

[31] Για σχετική βιβλιογραφία βλ. Μ. Γκουτζιούδη, ό.π., σελ. 70.

[32] «αποστέλλω την ευλογίαν μου υμίν εν τω έτει τω έκτω, και ποιήσει τα γενήματα αυτής εις τα τρία έτη» (Λευιτ. 25,21).

[33] Ο εβρ. όρος για τη Διαθήκη είναι בְּרִית (berith) και απαντά εννέα φορές στον Νόμο της Αγιότητας (Λευιτ. 24,8. 26,9· 15· 25· 42[τρεις φορές]· 44· 45). Πρβλ. J. Joosten, People and Land in the Holiness Code. An Exegetical Study of the Ideational Framework of the Law in Leviticus 17-26, VT Sup. 67, Brill 1997, σ.107. Αναφέρεται στη σχέση μεταξύ Θεού – «Πατέρα» και Ισραήλ – «Υιού», η οποία θεσπίστηκε μετά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο.

[34] «Και έσται η γη υμών έρημος, και αι πόλεις υμών έσονται έρημοι. Τοτε ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής, και υμείς έσεσθε εν τη γη των εχθρών υμών· τότε σαββατιεί η γη, και ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής. Πασας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής σαββατιεί, ά ουκ εσαββάτισεν εν τοις σαββάτοις υμών, ηνίκα κατωκείτε αυτήν» (Λευιτ. 26,33-35).

[35] Από τους προφήτες συνδέθηκε η ερήμωση και καταστροφή του περιβάλλοντος με την αθέτηση της Διαθήκης, η οποία αποτελούσε ασέβεια προς τον Θεό: «Επένθησεν η γη, και εφθάρη η οικουμένη, επένθησαν οι υψηλοί της γης η δε γη ηνόμησε δια τους κατοικούντας αυτήν, διότι παρήλθοσαν τον νόμον και ήλλαξαν τα προστάγματα, διαθήκην αιώνιον. Δια τούτο αρά έδεται την γην, ότι ημάρτοσαν οι κατοικούντες αυτήν· δια τούτο πτωχοί έσονται οι ενοικούντες εν τη γη, και καταλειφθήσονται άνθρωποι ολίγοι. Πενθήσει οίνος, πενθήσει άμπελος, στενάξουσι πάντες οι ευφραινόμενοι την ψυχήν. Πεπαυται ευφροσύνη τυμπάνων, πέπαυται αυθάδεια και πλούτος ασεβών, πέπαυται φωνή κιθάρας…» (Ησ. 24,4εξ.). Ο Ιερεμίας αποδίδει το μαρασμό της γης στο ηθικό κακό: «έως πότε πενθήσει η γη και πας ο χόρτος του αγρού ξηρανθήσεται από κακίας των κατοικούντων εν αυτή; ηφανίσθησαν κτήνη και πετεινά, ότι είπαν· ουκ όψεται ο Θεός οδούς ημών» (Ιερ. 12,4). Ιδιαίτερα τονίζουν οι προφήτες τις συνέπειες της στροφής αρχόντων και λαού προς τις ξένες θεότητες, η οργιαστική λατρεία των οποίων χαρακτηρίζεται από αυτούς ως πνευματική «πορνεία»: «εκτενώ την χείρά μου επ αὐτοὺς και θήσομαι την γην εις αφανισμόν και εις όλεθρον από της ερήμου Δεβλαθά εκ πάσης της κατοικίας» (Ιεζ. 6,14). Στο Β΄ Παρ. 36,21 η βαβυλώνια αιχμαλωσία ερμηνεύεται ως γενικότερη αθέτηση της Διαθήκης και ως εκπλήρωση της προφητείας του Ιερεμία (25,11) περί αγρανάπαυσης, λόγω ερήμωσης της γης: «του πληρωθήναι λόγον Κυρίου δια στόματος Ιερεμίου έως του προσδέξασθαι την γην τα σάββατα αυτής σαββατίσαι· πάσας τας ημέρας ερημώσεως αυτής εσαββάτισεν εις συμπλήρωσιν ετών εβδομήκοντα».

[36] Νεεμ. 10,32. Α΄ Μακ. 6,49. Ιώσηπου, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 3,281εξ.· 4,273· 11,338· 12,375· 13,234· 14,202· 14,475· 15,7.

(*) Η αρίθμηση των σημειώσεων αρχίζει πάλι από το 1 διότι το κείμενο είχε αναρτηθεί σε δύο συνέχειες την πρώτη φορά.

! Ο Σταμάτιος - Νικόλαος Μωραΐτης είναι Δρ. Θεολογίας και διδάσκει στην Ανώτερη εκκλησιαστική ακαδημία Θεσσαλονίκης. Πρώτη ανάρτηση Πεμπτουσία σε δύο συνέχειες.

 

 

 

 

Back to top
Back to top