ΠΑΡΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ: "ΔΕΝ ΕΛΠΙΖΩ ΤΙΠΟΤΑ, ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ, ΕΙΜΑΙ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ"

 

Αγαπητοί σύνεδροι,

Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι εδώ και συμμετέχω σε αυτό το πρωτοποριακό συνέδριο. Άκουσα πολλές ενδιαφέρουσες εισηγήσεις από τόσο διαφορετικές οπτικές. Με άγγιξαν ιδιαίτερα αυτές που είχαν ένα πιο προσωπικό και βιωματικό χαρακτήρα. Έτσι αποφάσισα να προσπαθήσω να συνθέσω τόσο προσωπικά όσο και θεωρητικά κομμάτια.

Έχοντας γεννηθεί με μια χρόνια κληρονομική πάθηση που την εποχή που μεγάλωνα εθεωρείτο θανατηφόρα, το θέμα του θανάτου με απασχόλησε από μικρή ηλικία. Η βασική μου αγωνία ήταν ότι δεν θα προλάβω να κάνω τα πράγματα που ήθελα. Τώρα πια έχοντας φτάσει σε μια ηλικία όπου είμαι αρκετά ικανοποιημένη με όσα έχω προλάβει να κάνω, η βασική μου αγωνία είναι το πώς θα πεθάνω.

Αναμφίβολα θα ήθελα να πεθάνω με αξιοπρέπεια, θα ήθελα να πεθάνω σπίτι μου και όχι στο πολύβουο δωμάτιο ενός νοσοκομείου όπου θα είμαι περιτριγυρισμένη από αγνώστους που ελάχιστα θα ενδιαφέρονται για μένα. Έτσι χρησιμοποιώντας όχι μόνο για την ζωή αλλά και για τον θάνατο, το ποίημα του αγαπημένου μου Καβάφη θα έλεγα το: «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Δεν ξέρω το πότε πρέπει να πεθαίνουμε. Ξέρω ότι άσχετα από τις δυσκολίες της ζωής δεν θέλω να πεθάνω, αν και αναγνωρίζω ότι όλα είναι φθαρτά και προσωρινά.

Όπως λέει και ο Yalom, ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής που γνώρισα όταν σπούδαζα στην Αμερική, “ενώ η φυσικότητα του θανάτου μάς καταστρέφει, η ιδέα του μας σώζει”. Μας σώζει γιατί η επίγνωση του τέλους μας βοηθάει να ζήσουμε την ζωή μας πληρέστερα και πιο αυθεντικά, χωρίς να χάνουμε χρόνο μιας και αναγνωρίζουμε το πόσο πολύτιμος είναι. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για την αφυπνιστική δύναμη του θανάτου που μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύτιμη είναι η ζωή και να μεταστρέψουμε, όπως λέει και ο ποιητής μας Εμπειρίκος στην «Οδό των φιλελλήνων», σε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να ζήσουμε όπως ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία και να ρουφήξουμε την ζωή ως το μεδούλι, ώστε όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης ο χάρος να μην βρει τίποτα να πάρει παρά μόνο κόκκαλα. Να φύγουμε γεμάτοι και ικανοποιημένοι από την ζωή και να μην έχουμε την αίσθηση του ανεκπλήρωτου δυναμικού μας που πήγε χαμένο και αχρησιμοποίητο.

Ο θάνατος πέρα από την αφυπνιστική του δύναμη μας φέρνει σε επαφή και με ένα άλλο βασικό δεδομένο της ύπαρξης, αυτό που ο Yalom αποκαλεί υπαρξιακή μοναξιά. Η υπαρξιακή μοναξιά, που είναι διαφορετική τόσο από την διαπροσωπική μοναξιά, που αναφέρεται στην σχέση μας με τους άλλους, όσο και την ενδοπροσωπική μοναξιά που αναφέρεται στην σχέση μας με τον εαυτό μας και που αποτελούν βασικούς θεραπευτικούς στόχους στην ψυχοθεραπεία, αναφέρεται στην επίγνωση ότι την ώρα του θανάτου μας κανείς δεν μπορεί να πάρει την θέση μας όσο και αν μας αγαπάει. Επομένως όπως εμείς θα αποχωριστούμε την ζωή εκείνη την στιγμή, εμείς την ζούμε και την κάθε στιγμή. Είναι ευθύνη και υποχρέωσή μας να την ζήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Κανείς δεν μπορεί να μας αντικαταστήσει, κανείς δεν μπορεί να πάρει την θέση μας άρα και την ευθύνη της ζωής μας. Η ζωή μάς ανήκει για όσο διάστημα έχουμε την δυνατότητα να υπάρχουμε επί της γης.

Επέλεξα να παραφράσω το αγαπημένο ρητό του Καζαντζάκη: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος» πριν διαβάσω το απόσπασμα από το έργο «Περί ευθανασίας» του Ευγένιου Βούλγαρη που λέει: «Είναι μια θαυμάσια οικονομία της πάνσοφης και πανάγαθης πρόνοιας του Υψίστου, που, στους ανθρώπους, με τη δειλία του θανάτου ανακάτωσε την ελπίδα της ζωής, και με το βέβαιο και αναπόφευκτο της αναχώρησης το άγνωστο της ώρας για να μην νεκρώνεται η ψυχή από το φόβο και πριν ακόμα έρθει ο καιρός, και για να μην προπεθαίνει από τον φόβο και πριν την ώρα του, ο ταλαίπωρος ο άνθρωπος». Διάλεξα αυτό το απόσπασμα γιατί πιστεύω πως αποδίδει με ακρίβεια τους δυο βασικούς λόγους για τους οποίους έχουμε οδηγηθεί σήμερα στην μεταθανασία.

Όπως ανέφερε και η Κυρία Σιαμπάνη, η ελληνική οικογένεια έχει αλλάξει και τα θέματα της απώλειας και του θανάτου αποτελούν πια ταμπού. Παλαιότερα οι άνθρωποι ζούσαν κοντά στη φύση και είχαν την ευκαιρία να βιώνουν τον κύκλο της ζωής και του θανάτου στην καθημερινότητα τους ως ένα φυσιολογικό γεγονός, ως φυσικό επακόλουθο που δεν φοβόντουσαν αλλά που ενσωμάτωναν στη ζωή τους. Σήμερα φοβόμαστε το θάνατο και αποφεύγουμε γενικότερα οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί να μας δημιουργήσει πόνο. Η φυγοπονία αυτή μας οδηγεί στο να καταφεύγουμε με μεγάλη ευκολία στην χρήση ψυχοφαρμάκων, αναλγητικών και άλλων ουσιών που σκοπεύουν στην εξαφάνιση του πόνου αλλά όχι των αιτίων του. Ο θάνατος και η απώλεια ενέχουν αναπόφευκτα πόνο. Όταν φοβόμαστε τον πόνο φοβόμαστε και όλες τις πιθανές εκφράσεις του.

Στην ζωή μάς κρατάει τόσο η ελπίδα, ότι θα γίνει κάποιο θαύμα και θα σωθούμε ή θα σωθεί ο άνθρωπος που αγαπάμε, όσο και ο φόβος. Όπως λέμε συχνά, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Μέχρι την τελευταία στιγμή αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι το «μοιραίο θα συμβεί». Έτσι πολλές φορές από την δυσκολία μας αποδοχής του τέλους και την δυσκολία εγκατάλειψης της ελπίδας και της πίστης ότι θα τα καταφέρουμε, έστω και την τελευταία στιγμή να ξεφύγουμε από τα νύχια του θανάτου, οδηγούμαστε στην άσκοπη επιμήκυνση της ζωής. Δεν καταφέρνουμε να αναγνωρίσουμε την σωστή στιγμή, το ΤΩΡΑ, της αναχώρησής μας. ‘Όπως ανέφερε και ο Κύριος Δημολιάτης, «Ως πριν το τελευταίο τέταρτο του περασμένου (20ού) αιώνα, ΔΕΝ υπήρχε λόγος να ξέρει ο άνθρωπος πότε να λέει Νύν! Δεν είχε έλεγχο της στιγμής του θανάτου του. Σήμερα όμως που κατέκτησε την ικανότητα να διώχνει το θάνατο πώς θα μπορέσει ν’ αναφωνήσει ΤΩΡΑ! για ν’ αποφύγει προθανασία (πριν την ώρα του) και μεταθανασία (μετά την ώρα του);»

Εκτός από την ελπίδα και ο φόβος μάς κρατάει μακριά από την αποδοχή του θανάτου. Ο φόβος του τίποτα, του αγνώστου και της αλλαγής. Τι θα γίνει την στιγμή του θανάτου; Πως θα είναι αυτή η στιγμή; Θα πονέσω; Θα καταλάβω ότι φεύγω από την ζωή; Αν δεν πιστεύω στην μεταθάνατο ζωή, τι θα γίνω, ένα τίποτα; Τι νόημα είχε τότε η ζωή και όλη αυτή η προσπάθεια που κατέβαλα; Γιατί ζω αν όλα θα γίνουν ένα τίποτα με τον θάνατό μου, όπως περιγράφει τόσο γλαφυρά ο Tolstoy;

Ο φόβος και ο πόνος της απώλειας είναι δυσβάσταχτος. Ο μόνιμος αποχωρισμός από ανθρώπους, ζώα, αντικείμενα που έχουν συναισθηματική αξία για εμάς είναι οδυνηρός και γι’ αυτό επιζητούμε να τον αποφύγουμε με κάθε τρόπο. Συχνά ούτε καν τον ονοματίζουμε. Δεν λέμε πέθανε, λέμε έφυγε. Δεν λέμε έχει καρκίνο αλλά έχει αυτό το «κακό πράγμα». Η οδύνη της απώλειας είναι ίδια για άντρες, γυναίκες, παιδιά ανεξαρτήτως φυλής και χρώματος.

Ο πόνος της απώλειας μας κάνει να στραφούμε προς τα μέσα, να κλειστούμε για να πενθήσουμε. Η διαδικασία του πένθους είναι μια φυσιολογική αντίδραση στον πόνο της απώλειας. Τα φάρμακα μουδιάζουν τον πόνο αλλά δεν μας βοηθάνε να πενθήσουμε, να θρηνήσουμε για την απώλεια. Πως θα μπορούσε όμως να είναι διαφορετικά; Από την στιγμή που συνδεόμαστε και αγαπάμε είναι αδύνατον να μην πονέσουμε. Όμως και μια ζωή χωρίς αγάπη και σύνδεση θα ήταν κενή και δυσβάσταχτη έτσι κι’ αλλιώς. Θυμάμαι τον πόνο και την απόγνωση μιας νέας γυναίκας που έβλεπα στο γραφείο μου όταν μου ανέφερε, «κανένας δεν θα κλάψει για μένα». Ήταν αλήθεια πως δυσκολευόταν πολύ να συνδεθεί και να δημιουργήσει οικείες σχέσεις. Ο θυμός της, η έλλειψη εμπιστοσύνης και ο φόβος της μην πληγωθεί την κράταγαν μακριά από τους άλλους. Αλλά και χωρίς τους άλλους η ζωή είναι κόλαση, παραφράζοντας τον Sartre που έλεγε ότι «οι άλλοι είναι η κόλαση».

Τέλος να αναφερθώ στην τέταρτη βασική υπαρξιακή ανησυχία, το νόημα της ζωής. Όπως ανέφερε εχτές και ο Κύριος Δρόσος το νόημα είναι πολύ σημαντικό για την ζωή και την επιθυμία μας να συνεχίσουμε να ζούμε. Ο Νίτσε έλεγε ότι αυτός που έχει ένα λόγο, ένα γιατί ζει, μπορεί να αντέξει το κάθε πως. Το νόημα δοκιμάζεται σκληρά όταν υποφέρουμε. Τότε είναι που πραγματικά δοκιμαζόμαστε. Το θέμα του νοήματος αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τους ένθεους και τους άθεους υπαρξιστές. Για παράδειγμα, ο Victor Frankl που έζησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και έγραψε το υπέροχο βιβλίο «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας», ανέπτυξε μια ολόκληρη σχολή ψυχοθεραπείας που ονομάζεται Λογοθεραπεία. Χρησιμοποίησε τον όρο αυτό με την χρήση της λέξης Λόγος ως Νόημα και θεωρεί ότι η ανεύρεση νοήματος είναι το ένα και σχεδόν μοναδικό θέμα που καλείται να απαντήσει κανείς. Η ανεύρεση νοήματος και κυρίως η νοηματοδότηση του πόνου ήταν για εκείνον βασικός ψυχοθεραπευτικός στόχος. Από την άλλη ο άθεος Yalom θεωρεί ότι η αναζήτηση νοήματος είναι ένας αδιέξοδος δρόμος και επομένως πρέπει να πάψουμε να αναζητούμε νόημα και να βουτήξουμε στη ζωή και να την ζήσουμε αντί να στεκόμαστε στην όχθη του ποταμού και να αναρωτιόμαστε αν έχει νόημα.

Πιστεύω πως, όπως και σε κάθε άλλο θέμα που πραγματεύεται την ανθρώπινη ψυχή, την ζωή της και τον θάνατό της, είναι αδύνατον να δώσουμε απόλυτες και τελεσίδικες απαντήσεις. Η μεγάλη δυσκολία της ζωής είναι ότι καθένας μας καλείται να πάρει την ευθύνη της ζωής του αλλά και του τέλους της και να αποφασίσει για τον εαυτό του πως θέλει να ζήσει και πώς θέλει να πεθάνει. Όπως λέει όμως και ο εθνικός μας ποιητής «θέλει τόλμη και αρετή η ελευθερία» και πάνω από όλα χρειάζεται η δύναμη και το κουράγιο για να υλοποιήσουμε τις όποιες σκέψεις και αποφάσεις μας. Στα λόγια όλα είναι εύκολα, στην πράξη όμως δοκιμάζεται η ανδρεία και η δύναμη ψυχής μας, όπως τόσο ανεπανάληπτα είδαμε στο βίντεο του Κυρίου Βέλιου και ακούσαμε από την μαρτυρία της Κυρίας Νικολαϊδου.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

! Η Ευγενία Γεωργαντά είναι ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια, συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος της Ελληνική Εταιρεία Υπαρξιακής Ψυχολογίας "Γίγνεσθαι'. Η ομιλία έγινε στο 1ο Διεπιστημονικό Συνέδριο στα Ιωάννινα με θέμα:«Πότε Πρέπει να Πεθαίνουμε» και το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 28 - 30 Απριλίου 2017.

 

 

 

 

Back to top
Back to top