Μάρω Βαμβουνάκη

 

Τη Μάρω Βαμβουνάκη υποθέτω την ξέρετε. Γράφει ιστορίες με καλό τέλος –και όχι μόνο. Μάλιστα είναι παραγωγικότατη, αν αναλογισθούμε τα δέκα της βιβλία και το σχετικά νεαρό της ηλικίας της.

Η συνέντευξη είναι αποτέλεσμα αρκετών συναντήσεών μας. Στάθηκε αφορμή και αφετηρία της γνωριμίας μας. Εκ των προτέρων αρνητικά τοποθετημένος απέναντι στο έργο της (εξαίρεση «Η μοναξιά είναι από χώμα»), επεδίωκα μια «συνέντευξη» που θα μου έδινε την δυνατότητα να διαφωνήσω μαζί της. Ομολογώ την αποτυχία μου! άλλωστε ούτε η Μ. Βαμβουνάκη συμμερίστηκε τις προθέσεις μου. Χαμογελούσε πολύ. Χαμογελούσε αφοπλιστικά όπως τα παιδιά που δεν αναγνωρίζουν τίποτα αξιόμεμπτο στις πράξεις, κι εγώ φοβόμουν μήπως της στερήσω αυτό το χαμόγελο.

Εκ των υστέρων της αφιερώνω ένα μικρό κείμενό μου φαινομενικά άσχετο, αλλά είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτω για να διατυπώσω τις διαφωνίες μου. Κι η Μάρω Βαμβουνάκη είναι ένα παιδί. Ένα παιδί φορτωμένο με πολλούς παράταιρους ρόλους: της συζύγου, της μητέρας, της κόρης, της συμβολαιογράφου, της φίλης, της συγγραφέως. Προσπαθεί να είναι σε όλους τους ρόλους της άψογη. Και δείχνει να τα καταφέρνει. Το παιδί ακόμη την περιμένει. . .




«Ο ποιητής δεν έχει ‘γιατί’∙ τα γιατί ανήκουν στη λογική με την οποία ο ποιητής δεν διατηρεί αγαθές σχέσεις. (Ακόμα κι όταν ερωτά, απάντηση δίνει).

Το παιδί όμως έχει ‘γιατί’ και μάλιστα άφθονα.
Συνεπώς ή ο ποιητής δεν είναι παιδί, ή το παιδί δεν είναι ποιητής».

Διαχωρισμός ποιήματος – ποίησης.
Τα παιδιά –όλα τα παιδιά– αναμφίλεκτα έχουν ‘γιατί’. Όταν τα κοινοποιούν, κανείς ενήλικος ποιητής (και όχι μόνο) δεν μπορεί να τους δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις, κι έτσι μπαίνουν στον κόπο να αντλήσουν απαντήσεις από τον έρημο κόσμο τους –όσο φαιδρές κι αν φαίνονται αυτές σ’ έναν ενήλικο. Ο έρημος κόσμος τους δεν είναι μόνο κοντά στο θαύμα, είναι διάχυτος από θαύματα. Κι η ποίηση είναι θαύμα.
Οι ποιητές δεν έχουν ‘γιατί’ όχι επειδή αυτά σχετίζονται με τη λογική, αλλά επειδή ο έγχρωμος και πολυσύχναστος κόσμος τους δεν διαθέτει απαντήσεις, απλά αναπαράγει ισοβίως την αντίφασή τους και πολλαπλασιάζει τις εκδοχές τους γι’ αυτήν. Γι’ αυτό κάνουν αφορισμούς και ξόρκια.
Τα παιδιά όμως –όσο παραμένουν παιδιά– έχουν έναν κόσμο λευκό και άσπιλο, όχι νιόκοπο αλλά άκοπο απ’ τον ουρανό, και γι’ αυτό ακριβώς βρίσκουν κατάδικές τους απαντήσεις ακόμα και στα πιο απίθανα ερωτήματα, που κάνουν τους υπόλοιπους να φλυαρούν ασκόπως ή να τραυλίζουν.
Οι ποιητές, ένοχοι κι οι ίδιοι για τον δυσπρόσιτο και αλλοπρόσαλλο κόσμο των ενηλίκων, έχουν αμέτρητες φορές διακορεύσει την παρθενιά που τα παιδιά κατέχουν. Έτσι μη μπορώντας να κοινωνήσουν απ’ την ποίηση των παιδιών, σκαρώνουν ποιήματα. Κοινοποιούν ανενδοίαστα τη μιζέρια τους, την αποτυχία τους, τα λάθη τους και την επανάληψή τους. Έτσι νομιμοποιούν τις δικές τους ενοχές και των αναγνωστών τους. Αναγνωρίζουν το Θάνατο σαν έκφραση της αναξιότητας των ανθρώπων για ζωή, ενώ τα παιδιά γεννιούνται για την αιωνιότητα αγνοώντας τον Θάνατο.
Τα παιδιά καταθέτουν ποίηση και οι ποιητές ποιήματα.
Είναι βία η παιδικότητα. Η μόνη πραγματική μορφή βίας που οι εφησυχασμένοι ή οι συγκεκριμένα ανήσυχοι (το ίδιο κάνει, ποιητές και άλλα ομοειδή) δεν μπορούν να την καταστείλουν, γι’ αυτό και ύπουλα την ενηλικιώνουν.
Σας παρακαλώ, μην ενηλικιώνετε τα παιδιά.
Ο ήρωάς σου στο «Η μοναξιά είναι από χώμα» αξιώθηκε του θαύματος, περπάτησε πάνω στα κύματα.
Εσύ, ειλικρινά, προσπάθησες ποτέ κάτι ανάλογο;



–Μια γυναίκα στα βιβλία σας, συχνά φεύγει από έναν άντρα και μετά γυρίζει στον ίδιο, είτε βρίσκει κάποιον άλλον. Γιατί γίνεται έτσι;

Γιατί απ’ ό,τι παρατηρώ και ζω, συνέχεια, ένας άνθρωπος όταν για κάποιους λόγους εγκαταλείπει ή εγκαταλείπεται, αργά ή γρήγορα αναζητά κάποιον άλλον για να σμίξει. Μου φαίνεται απλό και αυτονόητο αυτό, μια και ο άνθρωπος τον άνθρωπο αναζητά και ο άντρας τη γυναίκα. Το παιχνίδι της γοητείας και της απογοήτευσης, του ενθουσιασμού και της απελπισίας, της πεποίθησης και της αναθεώρησης είναι το αλυσιδωτό παιχνίδι της ίδιας της ζωής.
Ζούμε προσανατολισμένοι απ’ τη λαχτάρα να ευτυχήσουμε και αυτό μας ρίχνει μεσοπέλαγα, σε μαύρα σκοτάδια σύγχυσης και άγνοιας, μια και ελάχιστα απ’ την ουσία του εαυτού μας και του κόσμου καταλαβαίνουμε.

Οι γυναίκες μου, όπως και οι άντρες, στα βιβλία μου ποθούν τη Συνάντηση που δε βρίσκουν, κι αυτό τις σπρώχνει σε αγχώδη κυνηγητά, από σχέση σε σχέση. Μένεις πιστός μονάχα σ’ αυτόν που σε πείθει κι αν δεν σε πείθει, γλιστράς. Αν όχι με το σώμα που δειλιάζει, γλιστράς με το νου σου σε μοιχείες φαντασιώσεων. Πράγμα που, με τη χριστιανική ηθική τουλάχιστον, βαραίνει εξίσου.

–Αυτές οι φυγές και οι επιστροφές των ηρωίδων σας δεν είναι και μια επανάληψη στη δουλειά σας;

Μόνο πολύ σχηματοποιημένα και γενικά μπορώ να το πω αυτό, γιατί κάτω απ’ το μικροσκόπιο που ελπίζω να χρησιμοποιεί η γραφή μου, κάθε ιστορία είναι τελείως διαφορετική. Άλλη είναι η προϊστορία της Άννας, άλλη της Ντούλιας, άλλη της κυρίας στο «χρόνια πολλά». Άλλες οι αντοχές τους, άλλη η ιδιοσυγκρασία τους. Η Άννα, για παράδειγμα, στο «χρονικό μιας μοιχείας» λίγο δοκιμάζει την ελευθερία του έρωτα, τρομάζει και επιστρέφει στη συζυγική εστία διαλυμένη από ενοχές. Η Ντούλια όμως είναι η πιο γενναία, αυτή δεν ονειρεύεται τον έρωτα διαβάζοντας ρομάντσα, δεν φιλολογεί για το πάθος. Η Ντούλια δεν φλυαρεί γιατί ζει, πέφτει ολόκληρη στη φωτιά και στην ανάγκη, κάνει το salto mortale του έρωτα σε μια λίμνη αίμα.

–Αναλύοντας όμως τόσο πολύ μια σχέση, μήπως τελικά την αφυδατώνουμε;

Φοβάμαι πως ναι. Το να πλησιάζεις ένα γεγονός μ’ ένα πυρακτωμένο νου που συνεχώς δουλεύει και μετράει, τελικά το στεγνώνεις και ξεραίνεσαι. Δεν ζεις έτσι, φτωχαίνεις και παραλογίζεσαι. Είναι ίσως αυτό η τιμωρία των καιρών μας για την έπαρση της «πολυμάθειάς» μας. Έτσι όπως μας έχει παραμορφώσει η «αγωγή», η «Παιδεία» μας, χρειάζεται πάρα πολύ δουλειά για να απλοποιηθούμε και να αισθανθούμε με κάποια αμεσότητα. Τα πρόσωπα στα βιβλία μου είναι παιδιά του καιρού μας και συχνά τις καταστάσεις που περιγράφω τις κοιτώ σαν παραδείγματα για αποφυγή, όχι για μίμηση.

–Πώς βλέπετε τις σχέσεις άντρα-γυναίκας; Είναι αντίπαλοι, συνεργάτες; Κρύβονται ο ένας απ’ τον άλλον; Υπάρχει ελπίδα επικοινωνίας;

Και βέβαια υπάρχει ελπίδα επικοινωνίας, κι επειδή ακριβώς υπάρχει μας κρατάει έτσι, σ’ αυτή την βασανιστική επιδίωξη προς αυτό που και πριν είπα: Συνάντηση.
Για να μας μαγνητίζει τόσο η ιδέα της, για να μας εμπνέει έτσι που να ριχνόμαστε από οδυνηρή περιπέτεια σε οδυνηρή περιπέτεια, θα πει πως υπάρχει. Όλοι μας για λίγο έστω, για λίγα λεπτά έστω, γευτήκαμε κάποτε την πραγματικότητα μιας αληθινής ένωσης. Αυτή λοιπόν η νοσταλγία δεν μας αφήνει να ησυχάσουμε και να γίνουμε μακάρια ζώα που τρώνε και κοιμούνται. Μέσα σ’ όλη αυτή την αγωνία που πιέζει να βγούμε απ’ αυτό που έχουμε προς αυτό που επιθυμούμε, οι άντρες και οι γυναίκες παίζουμε μεταξύ μας όλα τα παιχνίδια του κόσμου: των αντιπάλων, των φίλων, της ειλικρίνειας, της υποκρισίας και πολύ συχνά, της υποκριτικής ειλικρίνειας.

–Γιατί στα βιβλία σας υπάρχει ένα τέλος; Μήπως αυτό εμποδίζει την πολλαπλή ανάγνωση;

Ένα μυθιστόρημα επιδιώκει να είναι ένα απόσπασμα ζωής, και κάθε απόσπασμα ζωής έχει αρχή και τέλος. Ένα προσωρινό έστω τέλος. Δεν γίνεται να μη βάλω τέλος, γιατί συνήθως το τέλος μου το ξέρω από πιο πριν. Εκεί βρίσκεται η αιτία που αποφασίζω να γράψω κάτι, εκεί και το συμπέρασμα. Το να επιτρέπει ένα κείμενο πολλαπλές αναγνώσεις δεν νομίζω ότι εξαρτάται από το αν έχει τέλος, αλλά από το πόσο γνήσιο και περιεκτικό είναι. Από το πόσα πολλά ξυπνά στους αναγνώστες του απ’ αυτά που μέσα τους μισοκοιμούνται.

–Ποια είναι η σχέση η δικιά σας και του έργου σας με την Εκκλησία;

Δεν ξέρω τί εννοείτε ακριβώς Εκκλησία. Μια εφαρμοσμένη τάξη ζωής, μια πνευματική κοινωνία; Δεν είμαι ίσως ακόμα σε θέση να μιλήσω με σαφήνεια για τη σχέση μου με κάτι τόσο μεγάλο και ντρέπομαι. Είναι ευκαιρία όμως να πω πως με τα χρόνια, και ζώντας και γράφοντας προχωρώ όλο και βαθύτερα στην υποψία πως η πνευματικότητα είναι ο μόνος στόχος του βίου, κι όσο πιο γρήγορα ευθυγραμμιστείς προς αυτόν τον πόλο, τόσο πιο πολύ απλοποιούνται και λασκάρουν τα κομποδεμένα σου πάθη.

Η σκιά του Θεού σε περιμένει σε απροσδόκητες γωνιές, και εσύ πρέπει να έχεις την αθωότητα του παιδιού για να την καταλάβεις. Δεν την έχουμε αυτή την αθωότητα γιατί είμαστε γεμάτοι καχυποψίες και ιδιοτέλειες. Ιδιοτελείς παζαρεύουμε ακόμα και τον παράδεισο, ριζώνοντας έτσι βαθύτερα στην κόλαση του εαυτούλη μας. Μ’ ενοχλούν τα ψυχοσωτήρια κηρύγματα, οι γλυκανάλατες καλοσύνες, οι θεολογίζοντες μεσολαβητές ανάμεσα θεού και ανθρώπου, οι αυτόκλητοι διερμηνείς του Λόγου, κι όσοι προκαλούν φτώχια και σκοταδισμό για να σπεύδουν μετά οι ίδιοι σαν φιλόπτωχοι και φωστήρες.

Είμαι με το μέρος των αγίων αμαρτωλών σαν τον Ντοστογιέφσκι, που βασανίζονται στα υπόγεια της καλοβολεμένης κοινωνιούλα μας. Που πονάνε και συντρίβονται και χτυπάνε σαν τον Τελώνη του Χριστού το στήθος τους, νύχτα –μέρα, χωρίς να λένε πολλά πολλά, ακριβώς γιατί έχουν κάποια επίγνωση.

–Μήπως το γράψιμο είναι εις βάρος της αληθινής ζωής αυτού που γράφει;

Και βέβαια είναι επικίνδυνο και το γράψιμο γι’ αυτόν που γράφει, όπως και το διάβασμα γι’ αυτόν που διαβάζει. Επικίνδυνο να ξεφύγει απ’ τις διαστάσεις του, να φουσκώσει, να σε φουσκώσει και να σε πάρει μακριά απ’ τη ζωή τη ζώσα στην παραζωή της φαντασίωσης. Πολλοί συγγραφείς οδηγήθηκαν σε ανισορροπία και σε θάνατο πέφτοντας απ’ την ευαίσθητη ακροβασία της γραφής. Η γραφή μόνο σαν εργαλείο ζωής πρέπει να αντιμετωπίζεται, σαν λειτουργία υπηρετική της ζωής, σαν μηχανή που ταξιδεύει στον χρόνο για την ανίχνευση της ζωής της ζώσας. Τίποτα άλλο.

Μια στιγμή καθημερινότητας, και της πιο πεζής, πιστεύω βαθειά πως αξίζει περισσότερο από πολλές ώρες γραψίματος όσο πετυχημένου κι αν είναι. Δεν συγκρίνονται τα βάρη τους, όπως δεν συγκρίνονται το αίμα με το χαρτί. Η ζωή η ζώσα με τίποτα δεν υποκαθίσταται κι όποιος καταφεύγει σε υποκατάστατα, στριμώχνεται όλο και περισσότερο μέσα στη στέρηση και στη δυστυχία. Η αξία της λογοτεχνίας είναι μεγάλη, όμως τίποτα δεν φτάνει την αξία της αληθινής ζωής, και είναι καλό συνέχεια να το θυμόμαστε αυτό όσοι γράφουμε πολύ.

–Ποιο είναι το πιο αγαπημένο βιβλίο σας;

Αγαπώ πολύ και σέβομαι τη Ντούλια. Για το σθένος της, για την γενναιότητα και την τόλμη της. Οι πιο πολλές άλλες ηρωίδες μου, όπως και σχεδόν όλοι μας, είναι φοβητσιάρες. Ποθούν, επαναστατούν για λίγο, πάλι συμβιβάζονται. Όμως η Ντούλια! Αυτή την πετάει την ζωή της στον γκρεμό, κι αν τη βρει τη βρήκε. Εκτιμώ όμως και τον άντρα στη «Μοναξιά είναι από χώμα», γιατί προχώρησε πιο πέρα απ’ όλους τους άλλους μου. Την περπάτησε την κόλαση του προδομένου έρωτα και της ζοφερής μοναξιάς και βρήκε απέναντι.

Είναι ο μόνος ήρωάς μου που έχει να δώσει μια αισιόδοξη ανταπόκριση απ’ το μέτωπο της μάχης του και να πει περίπου πως ναι, δικαιώνεται ο πόνος τελικά!

–Πιστεύετε πως μετά από χρόνια θα διαβάζονται τα βιβλία σας;

Δεν ξέρω τίποτα για τα βιβλία μου, εκτός απ’ ότι τα γράφω όσο πιο αληθινά μπορώ και όσο πιο ειλικρινά γίνεται. Είμαι κι εγώ ένας θεατής της δουλειάς μου, που την εμπιστεύομαι στον χρόνο σαν τον πιο αξιόπιστο κριτικό.

–Είστε συμβολαιογράφος. Πόσο χάνει η συγγραφική εργασία σας απ’ αυτή την ενασχόληση;

Και χάνει και κερδίζει. Χάνει γιατί η κούραση ενός τόσο άχαρου επαγγέλματος μού στερεί πολύ χρόνο απ’ τη λογοτεχνία, κυρίως απ’ το να διαβάζω όσο θα ’θελα. Πιστεύω όμως ότι έχω και κάποια κέρδη: κάνοντας ένα τόσο άσχετο βιοποριστικό επάγγελμα, μού επιτρέπει όταν γράφω να διατηρώ τον ενθουσιασμό του ερασιτέχνη. Με κάνει να μη χρειαστεί, ελπίζω ποτέ, να καταφύγω στη γραφή για να την πουλήσω.

–Τί είναι ο έρωτας για σας;

Θα απαντήσω με ένα απόσπασμα ομιλίας μου σε μια εκδήλωση αριστερής οργάνωσης:
Απ’ τις ανθρώπινες σχέσεις, η ερωτική είναι η σχέση των σχέσεων, όπου κανείς τα παίζει όλα για όλα για να τα κερδίσει όλα για όλα. Ο άνθρωπος είναι συνεχώς ερωτικά διψασμένος είτε το παραδέχεται είτε όχι, γιατί είναι καμωμένος από ερωτικό υλικό. Είναι πλάσμα απέραντο, κι άπληστο. Τα απαιτεί όλα, κι όσο συμβιβάζεται δυστυχεί.

Η κατάσταση του ερωτευμένου ανθρώπου είναι κατάσταση αποκαλυπτική. Ποτέ άλλοτε δεν είναι τόσο ουσιαστικός, τόσο τρωτός, τόσο αθώος, τόσο ασυμβίβαστος. Ο ερωτευμένος άνθρωπος είναι αρχέγονος με όλα του τα ένστικτα κι όλη του την πνευματικότητα στη διαπασών τεταμένα. Αν απώτερος στόχος της ύπαρξής μας είναι η ενότητα, στο αλωνάκι του Έρωτα αυτή η πολυπόθητη ενότητα προσεγγίζεται εκτυφλωτικά ερεθιστική και μας δαιμονίζει. Το σώμα του αγαπημένου είναι πολύτιμος ομφάλιος λώρος που μας συνδέει με το άπειρο, το όλο, το αιώνιο που η ανθρώπινη ψυχή ακατάπαυστα ποθεί για να ηρεμήσει.

–Τί θέλετε να δώσετε με το έργο σας;

Το να θέλω κάτι να δώσω προϋποθέτει ότι πιστεύω ότι έχω βρει κάτι –πράγμα που δεν τολμώ να πιστέψω εύκολα. Η κατάδυση μέσα σ’ ένα κείμενο που γράφω είναι μια ιλιγγιώδης κατάδυση στην άβυσσο ενός ερωτηματικού. Προσπαθώ να βρω τόπο ν’ ακουμπήσω κάπου μιαν άγκυρα, μήπως κι εγώ καταλάβω κάτι. Η κατασκευή ενός μυθιστορήματος είναι περιγραφή μιας δικιάς μου απορίας. Εμπιστεύομαι όμως τη σίγουρη λειτουργία του αληθινού. Έτσι κι αυτό που φτιάχνω προσεγγίζει μιαν αλήθεια από μόνο του, κάτι θα προσφέρει ακόμη και ερήμην μου.

–Τί προβλήματα αντιμετωπίζετε στο γράψιμο;

Έχω έναν μόνιμο φόβο μήπως με την ταχυδακτυλουργία που σου δίνει μια κάποια ευχέρεια γραφής, παραπλανάσαι και παραπλανείς. Ο κόσμος της λογοτεχνίας είναι ένας κόσμος μαγικός, ρευστός σαν κινούμενη άμμος και το χειρότερο υπνωτικός. Η επιχειρηματολογία που σου χαρίζει το ποιητικό κλίμα, τα σχήματα λόγου, μπορούν να εξυπηρετήσουν συνηγορίες διαβόλου. Γι’ αυτό η ηθική του συγγραφέα είναι ένα θέμα κεφαλαιώδες και βασικότατο, επειδή το σωστό μέσα από λάθη βγαίνει, είναι πολύ εποικοδομητικό να εντοπίζονται τα λάθη, και θα ’λεγα μάλιστα ότι ένας τέτοιος εντοπισμός με ελκύει περισσότερο από το απευθείας κήρυγμα του σωστού. Απόδειξη οι ήρωές μου νυχθημερόν αυτοσπαράζονται και αλληλοσπαράζονται στα πάθη, στις αποτυχίες τους, στα νύχια του κακού τελικά.

–Από τα ερωτήματα που βασίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ποιο θεωρείτε πρωταρχικό;

Το ερώτημα ποιος είμαι και ποια είμαι, το ριζικότερο ερώτημα της ζωής. Ώρες – ώρες μάλιστα σκέφτομαι πως ερωτευόμαστε επειδή ακριβώς ελπίζουμε να κερδίσουμε μια απόκριση σ’ αυτή ακριβώς την αγωνία. Έχω προσέξει πως κι οι φιλίες μας γίνονται έτσι ώστε στο πρόσωπο των φίλων που επιλέγουμε να βρούμε έναν καθρέφτη αυτού που επιθυμούμε να ’μαστε. Η ηρωίδα που με ρωτάτε με τσακισμένα πια όλα τα τζάμια και τους τοίχους που την προφύλασσαν και την οριοθετούσαν, είναι πιο χαμένη από ποτέ μέσα στο χάος αυτού του «ποια είμαι;». Τόσο πολύ ώστε αυτό το συνήθως ασυνείδητο ερώτημα να της γίνεται συνειδητό. Είναι νομίζω ένα πολύ αισιόδοξο τέλος αυτό –κι ας μην του φαίνεται– το να στέκει δηλαδή στα συντρίμμια όλων όσων ως τώρα ήξερε, και να παραδέχεται πως τίποτα πια δεν ξέρει.

–Με αφορμή όσα είπαμε και την «Μοναξιά» θα ήθελα να σας ρωτήσω πόσο συμφωνείτε με τον στίχο του Σαββόπουλου «οι αγάπες είναι δυο λογιών στη μια καλογερεύεις».

Χωρίς να ξέρω το υπόλοιπο τραγούδι, που πιθανόν φωτίζει το νόημα, παίρνω κι εγώ τον στίχο απομονωμένο και βρίσκω να μου κεντρίζει δύο περιπτώσεις. Στην μια αισθάνομαι πως μέσα μας κρατάμε μιαν αγάπη με Α κεφαλαίο που είτε κάποτε τη ζήσαμε, είτε παντοτινά την περιμένουμε και της μένουμε πιστοί και αφιερωμένοι ισόβια. Όλες οι άλλες σχέσεις μπροστά της μοιάζουν με απόπειρες αγάπης, για να αποξεχνιέται της κάθε μέρας το βάσανο.

! Η Μάρω Βαμβουνάκη είναι συγγραφέας. O Θεόδωρος Παντούλας είναι εκδότης του περιοδικού Φτου ξελευτερία. η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έξοδος και αναρτήθηκε στο Αντίφωνο για πρώτη φορά

 

 

 

 

 

 

 

Back to top
Back to top