ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

Τα τεκμηριωμένα βιβλία ιστορίας λειτουργούν μερικές φορές ως μαχαίρι που κόβει πέπλα άγνοιας, σωρευμένα το ένα πάνω στο άλλο, εξηγούν τους κρατικούς μετασχηματισμούς, τεκμηριώνουν ποιες αντιλήψεις για τη νεότερη Ελλάδα θα πρέπει να αμφισβητηθούν ριζικά και ποια ζητήματα απαιτούν περαιτέρω επιστημονική έρευνα.

Το πρώτο από αυτά τα πέπλα το φοράμε όταν διδασκόμαστε ιστορία στο σχολείο. Στη συνέχεια, προστίθενται νέα πέπλα δημιουργώντας ψευδείς βεβαιότητες, στο πλαίσιο της κυρίαρχης κάθε φορά εκδοχής της δημόσιας ιστορίας. Σε αυτή τη δημόσια και όχι την επιστημονική ιστορία θητεύουν πανεπιστημιακοί ιστορικοί, πολιτικοί αρχηγοί, ερασιτέχνες ιστοριοδίφες, δημοσιογράφοι χωρίς ιστορική παιδεία, μεταξύ πολλών άλλων. Λαμβάνουν ως ιστορικό δεδομένο ό,τι ίσχυε ως ιστορικό συμπέρασμα προ πολλών δεκαετιών και το αναπαράγουν αδιαφορώντας για πρόσφατες έρευνες της ιστορικής επιστήμης.

Για να ξηλώσει κανείς τέτοια πέπλα απαιτείται μια θεωρητική αφετηρία, ειδικά μάλιστα στην πολιτική και κοινωνική ιστορία ένα ερμηνευτικό σχήμα για την εξέλιξη του κράτους. Αυτό συνήθως στηρίζεται σε «δοκιμασμένα» επιστημονικά σχήματα που βρίσκονται στο κέντρο των σύγχρονων αναζητήσεων της ιστορίας, της ιστορικής κοινωνιολογίας και της πολιτικής ανάλυσης. Μας θυμίζει ότι κάθε νέο κράτος επιδιώκει να αποκτήσει νομιμοποίηση μεταξύ των υπηκόων του και ταυτόχρονα να τους ελέγξει, κυρίως μέσω των μηχανισμών της φορολογίας, του στρατού και της εκπαίδευσης. Το πώς ακριβώς μετασχηματίζεται το κράτος είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ αφενός των εγχώριων αντιδράσεων που προκαλούν οι ανωτέρω επιδιώξεις του νεοπαγούς κράτους και αφετέρου των πιέσεων που αυτό δέχεται από το διεθνές περιβάλλον του, στην περίπτωση της Ελλάδας των αρχών του 19ου αιώνα από τους κατά πολύ ισχυρότερους εταίρους της, τους νικητές της ναυμαχίας του Ναυαρίνου.

Η ρευστή και ετεροβαρής σχέση της Ελλάδας με τις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις χρωμάτισε και τη δημόσια εικόνα για την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Πώς άραγε έβλεπαν ορισμένοι δυτικοί σχολιαστές τους νεοέλληνες μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1830): Τους θεωρούσαν κατοίκους μιας πρώην επαρχίας του οθωμανικού κράτους οι οποίοι είχαν συνεγείρει αισθήματα συμπάθειας κατά τον απελευθερωτικό αγώνα τους, αλλά μετά την ανεξαρτητοποίησή τους συμπεριφέρονταν απαιτητικά, με αξιώσεις που, ακόμα και αν ανταποκρίνονταν στην αρχαία ελληνική κληρονομιά, πάντως δεν αντιστοιχούσαν καθόλου στο ειδικό βάρος της χώρας τους.

Η αδυναμία «ρεαλιστικής» ανάγνωσης της πραγματικότητας, αν όχι η σκόπιμη παραγνώρισή της προκειμένου να οικοδομηδεί το απαραίτητο για κάθε νέο κράτος εθνικό αφήγημα μεγαλείου και συνοχής των μελών του έθνους, υποκρύπτεται ακόμα και σήμερα σε πλήθος εσφαλμένων παραδοχών. Θεωρείται, για παράδειγμα, προφανές ότι ο ελληνικός λαός εξεγέρθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, στο Σύνταγμα, κατά του Όθωνα. Με βάση τις πηγές, ελάχιστοι συγκεντρώθηκαν εκείνη τη μέρα μπροστά στο τότε ανάκτορο, τη σημερινή Βουλή. Τέτοια στοιχεία είναι οικεία στους ερευνητές της νεοελληνικής ιστορίας. Αυτοί καταφέρνουν να ανασυστήσουν το παζλ του νεοελληνικού κράτους με συνθετική μαεστρία για χάρη του μη εξειδικευμένου αναγνώστη, ενώ παράλληλα, χωρίς να κατονομάζουν προσωπικά τους μύστες μύθων μεταξύ των ομολόγων τους ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων, τους εγκαλούν με πολλούς έμμεσους τρόπους. Πράγματι, δεν φορά πέπλα άγνοιας μόνο το ευρύτερο κοινό, δηλαδή ο καταναλωτής της δημόσιας ιστορίας, της ιστορίας που διαμεσολαβείται από διάφορους ακόμη και αυτόκλητους ιστορικούς. Αναπόφευκτα, το ίδιο συμβαίνει και με τις επιστημονικές κοινότητες που είναι γειτονικές της ιστορίας, δηλαδή τις κοινότητες των υπόλοιπων κοινωνικών επιστημών.

Περισσότερες από τρεις δεκαετίες τώρα είναι διάχυτη, αν όχι κυρίαρχη, μεταξύ πολλών κοινωνιολόγων και πολιτικών επιστημών η προσέγγιση που αντιλαμβάνεται το νεοελληνικό κράτος με όρους καπιταλιστικού κέντρου-περιφέρειας, που θεωρεί το κράτος ως εξαρτημένο από ισχυρότερα κράτη και γι' αυτό αντικείμενο εκμετάλλευσης από αυτά και που παρουσιάζει το κράτος ως υπερμέγεθες σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό κατά τον 19ο αιώνα.

Θα έλεγε κανείς ότι τέτοιες διάχυτες, αλλά εσφαλμένες, βεβαιότητες υπήρξαν αποτέλεσμα του συνδυασμού ελλιπούς εμπειρικής έρευνας και προσαρμογής στις επιστημονικές «μόδες» της πρώτης εποχής της μεταπολίτευσης του 1974, όταν στους επιστημονικούς κύκλους μεσουρανούσε η κακοχωνεμένη «θεωρία της εξάρτησης» και η μάταιη αναζήτηση της κεφαλαιοκρατικής τάξης σε μια κοινωνία με ελάχιστους αυθεντικούς κεφαλαιοκράτες. Για τη μελέτη του 20ού αιώνα οι «μόδες» αυτές είναι ακόμα λιγότερο χρήσιμες από ό,τι για τη μελέτη του 19ού, καθώς παρά τους πολέμους κάθε λογής, υπήρξαν ανορθωτικές προσπάθειες και μεταρρυθμίσεις, όπως και άνιση έστω οικονομική ανάπτυξη, οι οποίες εν τέλει έφεραν την Ελλάδα στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης».

Δεν είναι καθόλου αυτονόητο, βέβαια, ότι η χώρα στο μέλλον θα παραμείνει εκεί. Μάλιστα μέμφομαι τις πολιτικές ελίτ ( θα προσθέταμε και τις ισχυρές, ακόμα και σήμερα ευημερούσες ομάδες πίεσης) γιατί πίστεψαν ότι η συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα ήταν αρκετή για να λύσει όλα τα προβλήματα και, σαν ένας αυτόματος πιλότος, να κατευθύνει την Ελλάδα στη Γη της Επαγγελίας χωρίς μείζονος σημασίας μεταρρυθμίσεις.

Ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα είναι κατά το μάλλον απεκδυμένο από τις συνήθεις ιδεολογικές παρωπίδες και δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Δεν επιδιώκει να συνετίσει τους οπαδούς της εθνοκεντρικής ή κοινωνικοκεντρικής δημόσιας ιστορίας, ούτε όμως να τους υπερασπίσει. Απλώς, καθώς περιγράφει και εξηγεί τους μετασχηματισμούς του κράτους, τεκμηριώνει ποιες διαδεδομένες αντιλήψεις για τη νεότερη Ελλάδα θα πρέπει να αμφισβητηθούν ριζικά και ποια ζητήματα απαιτούν περαιτέρω επιστημονική έρευνα. Σκέφτεται κανείς ότι δεν υπήρξαν μόνο οι πολίτες του νεοελληνικού κράτους κακομαθημένα παιδιά έναντι των ευρωπαίων προστατών τους. Παιδιά, αν και όχι πάντοτε κακομαθημένα, υπήρξαμε και συνεχίζουμε να είμαστε όσοι ως μαθητές, φοιτητές και ενήλικοι καταναλώσαμε ευκολοχώνευτους, βολικούς μύθους για τη νεοελληνική ιστορία.

Γενικότερα χρειάζονται προσπάθειες πιο οργανωμένες από το κράτος και την κοινωνία, οι οποίες να γίνονται βάσει κάποιου σχεδιασμού. Το πώς αυτοοργανώνεται η κοινωνία είναι πάντα συναρπαστικό και έχει νόημα να το παρακολουθεί κανείς. Άλλωστε, πάντοτε και σε κάθε εποχή, υπάρχουν ανήσυχα πνεύματα που αγωνίζονται να δημιουργήσουν. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχουν τα πάντα: οργανισμοί, υπουργεία, θέσεις... Θεωρητικά έχουμε όλες τις υποδομές. Το τραγικό όμως είναι ακριβώς αυτό: ότι υπάρχουν όλα και την ίδια στιγμή δεν υπάρχει τίποτα. Παραγωγή μηδέν. Αυτό είναι τρομερό, σκανδαλώδες. Όχι μόνο στην τέχνη, στην πολιτική, στην επιστήμη, αλλά σε κάθε τομέα της ζωής.

Χρειάζονται, παράλληλα, έξυπνες επιλογές προσώπων. Για τον ίδιο λόγο αυτή η εποχή της οικονομικής δυσπραγίας είναι ταυτόχρονα μοναδική ευκαιρία. Άλλωστε, δεν μπορεί να επέλθει Ανάσταση χωρίς Σταύρωση, αφού δεν πρόκειται για ζήτημα μόνο θρησκευτικό αλλά και για ανθρώπινο. Σε ποιο από τα δύο άραγε είμαστε πιο κοντά ; Ανησυχώ βλέποντας πως, ακόμη και σήμερα, στο σημείο που έχουμε φθάσει, αρνούμαστε να αλλάξουμε πράγματα. Προσπαθούμε να συντηρήσουμε ένα σύστημα το οποίο είναι αποδεδειγμένα αποτυχημένο. Και δυστυχώς, την πληρώνουν οι νέοι άνθρωποι, 20 και 30 ετών, οι οποίοι σχεδόν στερούνται ονείρων. Κι όμως, όσο αργεί η αλλαγή τόσο η προσαρμογή σε μια νέα κατάσταση θα είναι πιο βίαιη. Δεν νομίζω ότι λέω κάτι καινούργιο. Όλος ο κόσμος το ξέρει.

Προεκτείνοντας τη σκέψη μου κάνω λόγο για ευρύτερη κρίση αξιών. Τόσα χρόνια έχει διαγραφεί μια πορεία η οποία έχει αγνοήσει τον παράγοντα άνθρωπο. Υπάρχουν μόνο οικονομικοί οργανισμοί οι οποίοι αντιμετωπίζουν κοινωνίες ολόκληρες σαν αριθμούς. Παρ' όλα αυτά, θα πρέπει να παραδεχθούμε και εμείς τις ευθύνες μας. Σε περίπτωση που κάποια από αυτές τις καταστάσεις ήταν επικερδής για εμάς, οι ίδιοι που διαμαρτυρόμαστε σήμερα δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς, έχουμε φθάσει σε σημείο οικονομικού κανιβαλισμού. Η ανθρώπινη ζωή έχει ευτελιστεί εντελώς.

Επομένως η ενίσχυση των άκρων χαρακτηρίζεται φυσιολογική υπό αυτές τις συνθήκες. Γιατί ό,τι υπάρχει από τη μία πλευρά, υπάρχει και το αντίθετό του. Δεν μπορεί από τη μία, στο όνομα των όποιων κέντρων αποφάσεων να δημιουργείται η απόλυτη ανισορροπία και επειδή αυτό βαφτίζεται δημοκρατία να έχουμε την απαίτηση ο κόσμος να το "καταπιεί", να μην αντιδράσει. Το πρόβλημα είναι ότι, δυστυχώς, αυτή η αντίδραση δεν βασίζεται σε ώριμη και συνθετική σκέψη. Είναι ενστικτώδης, παρορμητική, γι' αυτό μπορεί να γίνει και επικίνδυνη. Είναι όμως, επαναλαμβάνω, αναμενόμενη. Τα τελευταία 30 χρόνια είμαστε μάρτυρες του συστηματικού ευτελισμού της Παιδείας. Ο άνθρωπος απομακρύνεται τελείως από τις αρχές και από τα ήθη του, του επιβάλλεται μια απονεύρωση από το ευρύτερο περιβάλλον. Απομακρυνόμαστε από τις τέχνες, από τον ουσιαστικό πολιτισμό. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να περιμένουμε ότι αυτός ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε κάτι θετικό; Προσωπικά θεωρώ ότι η κατάσταση που υπάρχει σήμερα μας οδηγεί σε ασύλληπτες καταστροφές...

Καταλογίζω μεγάλες ευθύνες και στους ίδιους τους πολίτες. Έχουμε την τάση να τα ρίχνουμε όλα στους πολιτικούς, αλλά αναρωτιέμαι: αυτούς τους ανθρώπους ποιος τους ψήφισε; Οι ίδιες οικογένειες κυβερνούν τη χώρα εδώ και 30-40 χρόνια. Δεν τους ξέραμε; Θεωρητικά όλοι αποδεχόμαστε την ανάγκη να γίνουν τομές, αλλαγές, αλλά την ίδια στιγμή κοιτάζουμε να σώσουμε ό,τι μπορούμε.

Δεν έχω διάθεση για καταστροφολογία, αλλά αισθάνομαι πως η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη εδώ και 25 τουλάχιστον χρόνια. Μια ζωή με δανεικά... Όσο νιώθαμε ότι τα δανεικά αυτά δεν τα πληρώναμε εμείς αλλά αυτό το απρόσωπο κράτος, δεν υπήρχε πρόβλημα. Τώρα που ήρθε η ώρα να βάλουμε κι εμείς το χέρι στην τσέπη και να πληρώσουμε, μας «καίει» ασφαλώς. Μάθαμε να ζούμε με περισσότερα απ' όσα βγάζαμε... Φθάσαμε στο σημείο να παίρνουμε δάνεια ακόμη και για να πάμε για ένα μπάνιο στη θάλασσα... Και αναρωτιέμαι: Γιατί να ζητάμε από τους άλλους να είναι φιλικοί και επιεικείς μαζί μας και να μην είμαστε εμείς οι ίδιοι εντάξει; Στον χώρο της τέχνης και του πολιτισμού, όπως αυτή θεωρείται στην Ελλάδα, πόσοι από τους τραγουδιστές δεν έπαιρναν λεφτά από το κράτος για τις περιοδείες τους; Αν είσαι άξιος, κύριε, βγες έξω μόνος σου και κατάκτησε τον κόσμο... Είναι τα ίδια αυτά πρόσωπα που τώρα βγαίνουν και ασκούν κριτική...

Και οι πνευματικοί άνθρωποι; Αισθάνεται κανείς άραγε ότι αρθρώνεται ένας διαφορετικός λόγος απ' αυτούς σήμερα; Όμως δεν έχει σημασία το τι λέει κανείς αλλά το τι κάνει. Με τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία στην εποχή μας, ανά δευτερόλεπτο γίνεται κάτι που αποσπά την προσοχή μεταφέροντάς την από το ένα σημείο στο άλλο. Να βγει ο πνευματικός άνθρωπος να πει τι; Το θέμα είναι να έχει την εξουσιοδότηση ή να αισθάνεται την υποχρέωση και το καθήκον να κάνει ορισμένα πράγματα... Αυτή τη στιγμή υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που υφίστανται τρομερούς «βιασμούς». Πάει ένα παιδί 18 ετών να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο με όνειρα, ο γονιός πληρώνει, και κάποιοι το κρατούν κλειστό. Πώς θα μάθει το παιδί αυτό να σέβεται και να υπηρετεί την κοινωνία στην οποία ζει όταν βλέπει ότι οι προηγούμενες γενιές την απαξιώνουν;

! Η Αμαλία Ηλιάδη είναι συγγραφέας, φιλόλογος - ιστορικός (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.) και Διευθύντρια του Μουσικού Γυμνασίου Τρικάλων

 

 

 

 

 

 

Back to top
Back to top